• BUZZ
  • Συνέντευξη
  • Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΜΕΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΚΟΥΝ
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΜΕΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΚΟΥΝ

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΜΕΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΚΟΥΝ


5.0/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Ο Γιώργος Αρμένης τιμάει την επέτειο των τριάντα χρόνων από το θάνατο του Κάρολου Κουν, με ένα συγκινητικό αφιέρωμα στο Νέο Ελληνικό Θέατρο.

- Επιλέξατε για αυτό το αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν, την παράσταση «Ενέδρες της Ζωής - Λούλα Αναγνωστάκη mixage», όπου συμμετέχουν σπουδαστές της δραματικής σας σχολής. Γιατί συγκεκριμένα την Αναγνωστάκη;
Η Λούλα Αναγνωστάκη είναι μια από τις πιο σπουδαίες συγγραφείς της χώρας μας. Τη γνώρισα όταν μπήκα στο Θέατρο Τέχνης, έπαιξα πολλά έργα της και την αγαπώ αφάνταστα. Κι αυτή και τον αδερφό της και το γιο της, τον Θανάση. Κάνουμε με τη σχολή λοιπόν, ένα αφιέρωμα στη Λούλα και θα το συνδυάσω με τα τριάντα χρόνια από το θάνατο του Κουν, ο οποίος τη λάτρευε. Πέρα από την παράσταση που θα γίνει δύο μέρες (13 και 14/2) , την Τρίτη 14 Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του Κουν, θα γίνουν κάποιες ομιλίες, θα παίξουμε πολλά κομμάτια από τα έργα της Αναγνωστάκη, αλλά και τραγούδια που ακούστηκαν στις παραστάσεις. Θα μιλήσουν ο Θανάσης Νιάρχος, ο Ηλίας Λογοθέτης, ο Αντώνης Φωστιέρης κι εγώ. Το θεωρώ υποχρέωση στο δάσκαλό μου αυτό το αφιέρωμα, γιατί σε εκείνον χρωστάω τα πάντα.

- Πότε γνωρίσατε τον Κουν;
Τον γνώρισα το 1967. Τον είχα ακούσει σε μια ραδιοφωνική εκπομπή και με γοήτευσε. Ρώτησα από εδώ και από εκεί κι έτσι κατάφερα και τον βρήκα. Τότε είχα άγνοια, δεν ήξερα την αξία του καλλιτέχνη και του δασκάλου, όμως από την πρώτη φορά που μιλήσαμε με μάγεψε. Στις εξετάσεις που έδωσα για να περάσω στο Θέατρο Τέχνης, δεν ήταν εκεί, μετά τον συνάντησα. Με εξερευνούσε με τα μάτια του. Θυμάμαι ότι ήμουν πολύ τρακαρισμένος όταν κατέβηκα στο Υπόγειο, αλλά μετά, όταν μου είπε ότι με δέχεται, ανέβηκα τα σκαλιά τρία τρία από τη χαρά μου. Με πήρε στην αρχή με το που μπήκα στη σχολή ως φροντιστή στο θέατρο. Έβλεπα όλους εκείνους τους σπουδαίους ηθοποιούς και τον ίδιο να διδάσκει και μάθαινα. Σιγά σιγά άρχισα να παίρνω ρόλους.

- Ποιος ήταν ο πρώτος;
Ο Πουκ στο «Όνειρο θερινής νύχτας» του Σαίξπηρ. Ήταν κάτι το συγκλονιστικό για μένα όλο αυτό. Μάλιστα τότε όλοι τον ρώταγαν «πού τη βρήκες αυτή την τσίτα»; Τότε ήμουν νέος πολύ, πήδαγα από τη μια σκάλα στη άλλη (γέλια).

- Τι χαρακτήριζε τη διδασκαλία του;
Ήταν μαγευτικός ο ίδιος, κούναγε τα χέρια σαν διευθυντής ορχήστρας. Τιναζόταν σαν να τον χτύπαγε ρεύμα, όταν κάποιος έκανε κάτι καλό ή θύμωνε όταν κάποιος δεν καταλάβαινε. Ήταν όμως και μια εποχή σεβασμού προς το δάσκαλο και το χώρο. Όλα αυτά που μου συνέβαιναν τότε ήταν μια αφορμή να μπορέσω να εξελιχθώ ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Κοντά στον Κουν μάθαμε αυτό που λέμε «σκηνικό μου ήθος».

- Πώς δούλευε με τους ηθοποιός;
Κουβέντιαζε πολύ για τους ρόλους: πως μπορεί να κινούνται, πώς κοιμούνται, τι τους αρέσει να κάνουν. Ψάχναμε την καθημερινότητα του κάθε χαρακτήρα, αλλά βέβαια ο Κουν πάντα λειτουργούσε ανάλογα με τον ηθοποιό που είχε απέναντί του. Εξηγούσε με ήρεμο τρόπο, έκανε μια ανάλυση του ήρωα, του έδινε χρώμα και φωνή. Αυτό δεν αλλάζει, ισχύει και σήμερα, αλλά ίσως τώρα έχει χαθεί ο σεβασμός και η σεμνότητα απέναντι στο κείμενο. Ο Κουν όμως σεβόταν τους συγγραφείς, που κόπιαζαν και μοχθούσαν για τα κείμενά τους.

- Οι δυσκολίες του Κουν εκείνα τα χρόνια ήταν μάλλον τεράστιες. Πώς τις ξεπερνούσε;
Να σκεφτείτε ότι ξεκίνησε μέσα στην Κατοχή. Έσκαβαν μόνοι τους με τσάπες να βγάλουν τα χώματα από το θέατρο. Αλλά όταν κάτι θέλεις, θα το κάνεις κι ας αργήσεις. Αυτό πίστεψε ο Κουν και οι πρώτοι μαθητές του: ο Λαζάνης, ο Καλλέργης, ο Ζερβός, ήταν σπουδαίοι ηθοποιοί και πίστεψαν σε αυτό το θαύμα. Άλλωστε, όπως έλεγε και ο ίδιος, «Πρέπει να πιστέψουμε στα θαύματα, για να γίνουν θαύματα».

- Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή που περάσατε στο Θέατρο Τέχνης;
Η Επταετία ήταν δύσκολη. Μας έκοβαν τα έργα συνέχεια, περνούσαν επιτηρητές στις πρόβες και στις παραστάσεις. Ο Κουν πνιγόταν κι όλοι μας βέβαια. Ποτέ δεν ταυτιστήκαμε μαζί τους. Κάναμε ένα θέατρο, όπου οι θεατές, έστω και με μια κίνηση, καταλάβαιναν ότι κάτι προσπαθούμε να τους πούμε.

- Τι τον θύμωνε τον Κουν;
Όταν ο Κουν θύμωνε, τρέμαμε όλοι, τα έσπαγε όλα. Όταν κάποιος, δεν καταλάβαινε κι επέμενε ή είχε μια χαζή άποψη, γινόταν έξαλλος, αλλά για λίγο. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που σου σπάνε τα νεύρα κι ενώ είναι κοντά σε αυτό που τους ζητάς, συνεχίζουν να επιμένουν. Ε, τότε εκείνος τους έβαζε μια φωνή και τους ηρεμούσε.

- Με εσάς είχε θυμώσει;
Είχα κάνει τον Πουκ και μετά μου έδωσε έναν μικρό ρόλο στην «Τύχη της Μαρούλας», τον παραμάγειρα. Εγώ στην αρχή είπα: «Μα αυτό το ρόλο θα παίξω;» και μου τράβηξε ένα χαστούκι. Τελικά τον έπαιξα και σηκώνονταν οι θεατές και φώναζαν «παραμάγειρας, παραμάγειρας». Μετά έμαθαν το όνομα και φώναζαν «Αρμένης». Πήγα και τον αγκάλιασα.

- Τι ζητούσε από έναν ηθοποιό;
Ζητούσε γεμάτες παύσεις και αλήθεια, έψαχνε τις μεταπτώσεις και τα ηχοχρώματα. Επέμενε στη λεπτομέρεια. Αλλά πάνω απ’ όλα ζητούσε σεμνότητα.

- Αν σήμερα ήταν εδώ, τι γνώμη πιστεύετε ότι θα είχε για το θέατρο;
Αν ζούσε ο Κουν, θα αυτοκτονούσε με το θέατρο που γίνεται σήμερα. Το θέατρο πρέπει να προχωράει μεν, αλλά το πώς εξαρτάται από τον τρόπο και την ανάγνωση, τις σκηνοθεσίες και το σκηνικό ήθος των ηθοποιών.

- Γιατί φύγατε από το Θέατρο Τέχνης;
Αν δεν είχα προλάβει να φύγω, θα μου έλιωναν το κεφάλι σε μια πόρτα. Πρόλαβα να βρω την πόρτα. Υπήρχε φθόνος. Δεν μπορώ να ζήσω με φθόνο, με θίγει και με προσβάλλει. Δεν πηγαίνω πια στο θέατρο Τέχνης, δεν με ενδιαφέρει. Δήλωσα παραίτηση, λέγοντας ότι θα είμαι πάντα εκεί, αν με χρειαστούν. Ποτέ κανείς δεν με φώναξε να παίξω ή να σκηνοθετήσω. Δεν ζητάω όμως τίποτα.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.