Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΛΗΣ ΣΤΟ ONLYTHEATER

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΛΗΣ ΣΤΟ ONLYTHEATER


3.5/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Ο Χρήστος Λούλης ετοιμάζεται να «πετάξει» με τους ΟΡΝΙΘΕΣ του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου, στην Επίδαυρο, μια παράσταση που εγκαινιάζει και τη συνεργασία του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου με τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μου εξομολογείται πως όταν ήταν πρωτοετής μαθητής στο Θέατρο Τέχνης, έκαναν την αναβίωση της ιστορικής παράστασης του Κάρολου Κουν, αλλά τότε είχαν πάρει σπουδαστές από τα μεγαλύτερα έτη για το Χορό κι έτσι του είχε μείνει απωθημένο τα συγκεκριμένο έργο.

Να που ήρθε λοιπόν η στιγμή να το παίξει, σε μια παράσταση που στέκεται περισσότερο στο ποιητικό στοιχείο του Αριστοφάνη κι όχι στην κωμωδία.

«Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της παράστασης, είναι η απόπειρα να αναδείξουμε το λυρικό και σε ορισμένα σημεία το σκοτεινό, σ' αυτό αριστούργημα. Οι ΟΡΝΙΘΕΣ είναι το μεγαλύτερο έργο του Αριστοφάνη, χαρακτηρίζεται από μια αναρχία και ως προς τις ιδέες και ως προς τη δομή. Πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, αλλάζει τόπους και χρόνους , είναι λίγο σαν πρώιμος κινηματογράφος. Αυτό νομίζω έχει κεντρίσει και τον Νίκο Καραθάνο, που είναι έτσι σαν άνθρωπος: μιλάει με εικόνες και αισθήσεις», μου εξηγεί.

Το πολιτικό κομμάτι υπάρχει από το κείμενο, όμως στη συγκεκριμένη παράσταση η υπαρξιακή αναζήτηση απασχολεί τους δημιουργούς της. «Είναι μια απόπειρα ανάτασης κι όχι κριτικής. Περισσότερο αναζητάμε να ανυψώσουμε και να πάμε κάπου, παρά να κρίνουμε το πώς έχουμε καταντήσει. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, είναι δυο άνθρωποι που έχουν βαρεθεί και θέλουν να βρουν τα πραγματικά ανθρώπινα. Ψάχνουν λοιπόν, έναν τόπο, όπου μπορούν να είναι αληθινοί και να ζήσουν αληθινά», συνεχίζει ο Χρήστος Λούλης.

«Στην παράσταση άλλωστε δεν πρόκειται να δούμε πουλιά, αλλά ανθρώπινα πλάσματα, που είναι όμως πουλιά στην ψυχή. Όσο και να ακούγεται θολό αυτό που λέω, αυτή η ιδέα είναι ενταγμένη σε μια ποιητικότητα και μια βαθιά συναισθηματική αναζήτηση, που δεν μπορεί να μην αγγίξει τον θεατή, χωρίς να έχει την ανάγκη μιας αναλογίας με το σήμερα, με την επικαιρότητα».

Ποιος άραγε είναι ο τρόπος να ζήσουμε όπως επιθυμούμε, αναρωτιέμαι. Και μάλλον το ίδιο αναρωτιούνται και οι ήρωες του Αριστοφάνη.

Ο Χρήστος Λούλης μου λέει:
«Κάποια στιγμή ρωτάει ο Έποπας τον Πεισθέταιρο: «Εσύ πού θα ήθελες να ζήσεις;» και εκείνος δυσκολεύεται να απαντήσει. Τελικά καταλήγει να πει ότι θα ήθελε να ζει σε ένα μέρος όπου ο φίλος του θα του ζητάει να πάρει μέρος στη χαρά του. Ίσως ακούγεται κοινότοπο, αλλά αυτή η πηγαία επιθυμία να μοιραστείς τη χαρά, προϋποθέτει μια κοινωνία πιο ανιδιοτελή, πιο απλή. Μια κατάσταση ύπαρξης, όπου δεν χρειάζεται να προνοείς συνέχεια για το μετά, μια ουτοπία, όπου όλοι έχουν τροφή και στέγη, όπου χωράνε όλοι, καλοί και κακοί, όπου τα συναισθήματα είναι μαλακά κι όμορφα. Η ανάγκη να ονειρεύεσαι και να θες να καλυτερεύσεις τη ζωή σου βρίσκεται στον πυρήνα του έργου. Η κύρια δύναμη που μας πυροδοτεί είναι η προσωπική ευτυχία που έρχεται μόνο μέσα από το σύνολο, την επαφή με τον διπλανό σου», συνεχίζει.

«Θα είχα κι εγώ πρόβλημα να πω τι ακριβώς θέλω. Θα μπορούσα να πω πολλά, αυτό όμως που θα ήταν πάντα κοινό σε όλες τις διαφορετικές απαντήσεις, είναι ότι δεν θα ήθελα να ήμουν εγώ αυτός που θα έπαιρνε την απόφαση, για το πώς θα ζήσουν οι άλλοι. Θα ήθελα ο καθένας να έχει αυτό που θέλει, με μετριοπάθεια και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Οι δυτικοί τα θεωρούμε δεδομένα όλα αυτά, αλλά τα δεδομένα πρέπει να τα διεκδικείς. Η ελευθερία αν δεν χρησιμοποιείται πεθαίνει, όπως διάβαζα και κάπου πρόσφατα».

Ο ίδιος ερμηνεύει τον ρόλο του Έποπα, ένα πλάσμα αμφίσημο και ιδιαίτερο, ίσως από τους πιο δυσανάγνωστους αριστοφανικούς ήρωες.

«Είναι ένα περίεργος ρόλος, που ακόμα προσπαθώ να τον καταλάβω. Υποτίθεται ότι το μυθολογικό του πρότυπο είναι ο Τηρέας, που είχε μια τραγική ιστορία. Πρόκειται λοιπόν για ένα πρόσωπο, που έζησε μια μεγάλη συμφορά , έχει φύγει από τους ανθρώπους και έχει γίνει πουλί- είναι μάλιστα ο πρώτος που έγινε πουλί. Είναι ένας αναχωρητής, θα λέγαμε, και ταυτόχρονα ο σύνδεσμος ανάμεσα στους ανθρώπους και στα πουλιά. Όταν τον συναντάμε, είναι η σκιά αυτού που υπήρξε κάποτε, ώσπου ο Πεισθέταιρος του λέει την ιδέα για την καινούργια πόλη και τότε ξαναγεννιέται, θυμάται τη δίψα και τη ζωντάνια που είχε κάποτε. Μεγαλώνοντας όλοι γινόμαστε λίγο κυνικοί, κάποιες στιγμές όμως κάτι ακούμε ή βλέπουμε και μας μεταφέρει στην εποχή που ήμασταν παιδιά και νομίζαμε ότι υπάρχει κάτι στα σύννεφα και θέλαμε να το δούμε. Ίσως λοιπόν όλοι μας μοιάζουμε με τον Έποπα», μου λέει σκεπτικός.

Οι ήρωες στους ΟΡΝΙΘΕΣ φτιάχνουν την Νεφελοκοκκυγία, μια ιδανική ουτοπία, όπως συμβαίνει και σε άλλα έργα του Αριστοφάνη. Ο αρχαίος ποιητής, είχε την συνήθεια να δημιουργεί ονειρικούς κόσμους που ήξερε πώς ποτέ δεν θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικοί.

«Ο Αριστοφάνης αναζητάει την τέλεια κοινωνία, αλλά πάντα καταλήγει σε μια ειρωνεία, σαν να παραδέχεται την αδυναμία μας να φτάσουμε στο ιδεατό, αλλά και την κατάρα μας να το αναζητούμε. Πρέπει ο άνθρωπος πάντα να αναζητάει. Πραγματικά, δεν νομίζω να υπάρξει ποτέ η Νεφελοκοκκυγία, μόνο το φάντασμά της που το κυνηγάμε, όμως δεν θα ήθελα να πιστέψω πως είναι και ανέφικτη. Τον δρόμο δεν τον ξέρω , ίσως είναι αυτός που λαμβάνει υπόψη, όχι μόνο την θέληση και την ισχύ των πολλών, αλλά φροντίζει για την προστασία των λίγων, των αδύναμων. Ίσως όμως τελικά η αναζήτηση από μόνη της είναι η Νεφελοκοκκυγία», καταλήγει.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.