Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 rating 1 vote

Στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, η Θεοδώρα Καπράλου και ο Γιώργος Παπαγεωργίου σκηνοθετούν το κείμενο του Δημήτρη Παπαδόπουλου (Τυμφρηστού), Η ΩΡΑΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΝ. Πρόκειται για ένα ερωτικό ρομάντζο, γραμμένο το 1920, για τον απαγορευμένο και θυελλώδη έρωτα του Αιμίλιου και της Ερμιόνης, δύο νέων που γνωρίζονται ανταλλάσσοντας βλέμματα στην όπερα και που μεταξύ τους σιγά σιγά αναπτύσσεται ένας αγνός, άδολος και τρυφερός έρωτας-ταμπού για την εποχή. Οι γονείς της κοπέλας πλούσιοι και ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία της πόλης, ο νέος φτωχός και όχι επώνυμος, δεν αργεί να υπάρξει αντιπαράθεση μεταξύ κόρης και οικογένειας. Τα στεγανά και οι παραδοχές της εποχής, χωρίζουν προσωρινά τους δύο νέους, αλλά η ερωτική φλόγα μένει άσβεστη μέσα τους. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα απολαύσετε στη σκηνή και να δείτε και το τέλος του ρομάντζου αυτού. Το έργο, μπεστ σέλλερ στην εποχή του, σε διασκευή της Θεοδώρας Καπράλου, διατηρεί τη γλώσσα λαϊκή, άμεση και απλή και οι θεατές έρχονται αντιμέτωποι (όπως και οι ήρωες ασφαλώς) με τον έρωτα και όλες τα συμπαρομαρτούντα γύρω από αυτόν. Τη μοναξιά, τη ζήλια, την αφοσίωση στο συναίσθημα, την τήρηση των υποσχέσεων και τη διάρκεια που κάνουν κύκλους στη σκηνή και κρατούν τον προβληματισμό και το ενδιαφέρον του θεατή. Μπορεί το έργο να είναι λαϊκής βάσης, αλλά έχει θεμελιώδη δομή και διάρθρωση και απλή και σε όλους κατανοητή προβληματική.

Οι Θεοδώρα Καπράλου και Γιώργος Παπαγεωργίου σκηνοθετούν από κοινού αυτό το θεατρικό εγχείρημα και το κάνουν με πλήρη συναίσθηση και συγκέντρωση. Διατηρούν όλα τα παλιά και κλασσικά vintage στοιχεία που έδιναν χαρακτήρα και ειδικό βάρος στο έργο και όλο τον πλούτο της αφηγηματικότητάς του, στην οποία και στηρίζεται, ενώ και οι διάλογοι διατηρούν τη ζωντάνια και την ευρωστία τους συμπληρώνοντάς τη. Η πολίτικη λύρα και άλλα παραδοσιακά όργανα που συνοδεύουν τη μουσική και τα τραγούδια δίνουν το ηχόχρωμα της εποχής, αν και δε διστάζω να πω ότι ακούγονται αρκετά σύγχρονα, αφού είναι μελωδίες και ήχοι προσφιλείς και ουδόλως ξεχασμένοι. Δεν επισκιάζουν το κείμενο, αντίθετα το προωθούν και το διανθίζουν με ευχάριστο τρόπο, κάνοντας την παράσταση να απευθύνεται σε περισσότερες από μία αισθήσεις του θεατή. Οι ήχοι της παράστασης δεν είναι ηχογραφημένοι, αλλά παράγονται από μικρά σκηνικά αντικείμενα, προσεκτικά προεπιλεγμένα, πιστοί στην παράδοση των μπουλουκιών και των λαϊκών θιάσων των αρχών του προηγούμενου αιώνα, που χρησιμοποιούσαν ίδια μέσα για την πραγματοποίηση της παράστασης, ελλείψει πόρων. Το πανί στο πίσω μέρος της σκηνής λειτουργεί σαν ένας πρωτότυπος μπερντές θεάτρου σκιών, όπου οι υπόλοιποι ομιλώντες χαρακτήρες του έργου πρωταγωνιστούν και συνομιλούν με τους δύο νέους. Φυσικά οι σκηνοθέτες δεν ξεχνούν ότι το έργο είναι ένα παλιό μελόδραμα, το οποίο οφείλει να έχει κάποια κλισέ, συγκίνηση, λόγια αγάπης, ίσως ακόμα και δακρύβρεχτες σκηνές, που όμως λειτουργούν ευεργετικά στη βαθύτερη κατανόηση της ψυχολογίας των δύο χαρακτήρων και την εξέλιξή τους. Οι ηθοποιοί στέκονται ενώπιοι ενωπίω με το κοινό, του μιλούν κατά πρόσωπο και δείχνουν να πιστεύουν τόσο πολύ αυτό που κάνουν στη σκηνή, που αναπόφευκτα μεταδίδουν κέφι και συναίσθημα στην πλατεία. Οι εναλλαγές κωμικού και δραματικού και οι μουσικές παρενθέσεις, οδηγούν στην κορύφωση και στο τέλος, μια παράσταση που μοιάζει χειροποίητη και η οποία έγινε από μεράκι και προσωπική επιθυμία στις θεατρικές αναζητήσεις των δύο συν-σκηνοθετών.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου ερμηνεύει τον Αιμίλιο, το φτωχό νέο του ρομάντζου και αποτυπώνει σε αυτόν όλα τα στοιχεία της ορμητικότητας και του ερωτικού ενθουσιασμού του χαρακτήρα που υποδύεται. Δίνει ένα κέφι στον ήρωά του, που αποτελεί την ώθηση να ξετυλίξει όλες τις πτυχές του εαυτού του και μία αισιόδοξη διάθεση, ότι ο έρωτας είναι ανίκητος και παντοδύναμος. Το ίδιο εύκολα το χαμόγελο παγώνει στο πρόσωπό του και δάκρυα κυλούν από τα μάτια του, όταν το ειδύλλιό του περνά στις πιο κρίσιμες και απεγνωσμένες στιγμές του. Και όλα αυτά με έναν αυθορμητισμό και μια γνησιότητα, που θαρρείς δεν υποκρίνεται ήρωα παράστασης, αλλά το ζει και βιώνει τον ήρωα αυτόν. Εδώ δε χρειάζονται ερμηνευτικά τρικ, γιατί ο ηθοποιός είναι τόσο κοντά στο θεατή, που οτιδήποτε ψεύτικο και πλαστό γίνεται άμεσα αντιληπτό.

Δίπλα του η Αντιγόνη Φρυδά, η γυναικεία παρουσία στο έργο, είναι από μόνη της μία περσόνα που πριν καν αρχίσει η παράσταση την έχεις συμπαθήσει. Εύθραυστη, με κοριτσίστικη αθωότητα στο μάτι και την κίνηση, αποτελεί την ιδανική παρτενέρ στη σκηνή στο ρόλο της Ερμιόνης. Με μία εσωτερική δύναμη και μια σιγουριά στη φωνή και την κίνηση δίνει την εντύπωση της νεαρής γυναίκας που με τη λιγοστή (ή και ανύπαρκτη) εμπειρία της, ξέρει πού και πότε αγαπά και βγάζει μια ζεστασιά και μια τρυφεράδα στο βλέμμα, που θαρρείς δε θα σε προδώσει και δε θα σε εγκαταλείψει ποτέ. Η χημεία της με τον Αιμίλιο στη σκηνή σχεδόν απόλυτη, σε ελάχιστες στιγμές είδα κάποιες μικρές ρωγμές μεταξύ τους. Οι ερμηνείες αλληλοσυμπληρώνονται και ο κάθε ηθοποιός αν και έχει διαφορετικό τρόπο έκφρασης ατομικά, δείχνουν να συγκλίνουν απόλυτα ομαδικά και να αποτυπώνουν ένα συγκινητικά ερωτευμένο ζευγάρι.

Η μουσική του Γιώργου Μαυρίδη ζωντανά στη σκηνή και τα όργανα που χρησιμοποιεί στην εκτέλεσή της, αποτελεί εργαλείο της παράστασης, ντύνει υπέροχα την αφήγηση και τους διαλόγους και αποτελεί ενεργό μέλος της ροής της. Δημιουργεί μια ατμόσφαιρα παραμυθιού και ταξιδεύει το θεατή σε ήχους γνώριμους και προσφιλείς.

Η κίνηση της Χαράς Κότσαλη έχει τέμπο, ρυθμό και δένει όμορφα με το λόγο (επιμέλεια κίνησης Μαρίζα Τσίγκα).

Οι ενδυματολογικές επιλογές της Ιωάννας Τσάμη, εναρμονισμένες με το πνεύμα της παράστασης, χρησιμοποιούν απλά αλλά εύχρηστα κομμάτια που ντύνουν σωστά τους χαρακτήρες.

Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου στο πνεύμα της ατμόσφαιρας του έργου.

Συμπερασματικά, στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, είδα μία από εκείνες τις feelgood παραστάσεις, που σου δίνουν την αίσθηση της γνησιότητας του θεάτρου και των θεμελιωδών και αρχέτυπων στόχων του. Δημιουργήθηκε μια αμφίδρομη σχέση παράστασης-κοινού, που λειτούργησε ανταποδοτικά καθ'όλη της διάρκειά της. Τα όποια λαθάκια (εκφραστικά ή άλλα) που μπορεί να έγιναν, απλά πέρασαν απαρατήρητα, καθώς δεν επηρέασαν ούτε τη δομή, ούτε τη λαϊκή αισθητική του έργου.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.