Ο ΕΡΑΣΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Το κείμενο του Harold Pinter "Ο Εραστής" σκηνοθετεί στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης η Μίνα Αδαμάκη.
Μια κωμωδία του μεγάλου Νομπελίστα συγγραφέα γραμμένη πριν από περίπου μισό αιώνα (1962), για ένα μεσοαστικό ζευγάρι, τον Ρίτσαρντ και τη Σάρα, οι οποίοι ζουν σε μια εξοχική κατοικία, είναι ευκατάστατοι, έχουν ένα όμορφο σπίτι και γενικά ζουν μια τακτοποιημένη ζωή. Η ερωτική τους ζωή εμφανίζει κάποια στιγμή μία κόπωση και για να την αντιμετωπίσουν, αποφασίζουν από κοινού η σύζυγος να δέχεται κάποιες μέρες έναν εραστή στο σπίτι τους, τις ώρες που ο σύζυγος είναι στη δουλειά. Στο αιρετικό σύμπαν του Πίντερ αντιμετωπίζεται μια πτυχή της ανθρώπινης ζωής, από την οποία όλοι θα περάσουμε, ή ήδη έχουμε περάσει και βιώσει. Οι πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με τους φόβους, τις ενοχές και τις ανασφάλειές τους. Οι ερωτικές δυσλειτουργίες του ζευγαριού επηρεάζουν τη γενικότερη ζωή τους και αναπόφευκτα ξυπνούν και πάθη, διαμάχες και αδιέξοδα. Η συναισθηματική πλήξη προσπαθεί να "διασκεδαστεί" με μια ερωτική ποικιλία, η οποία τελικά καταφέρνει να τους παρασύρει όλο και περισσότερο στη βαθύτερη ουσία των προβλημάτων τους. Οι ήρωες συχνά ζουν σε μια εικονική πραγματικότητα, στην οποία φορούν προσωπεία, παίζουν ρόλους και προσπαθούν να ανακαλύψουν τον κρυμμένο εαυτό τους. Ο λόγος του Πίντερ αιχμηρός, ειρωνικός, αλλά αυτοπροσδιοριστικός της ανθρώπινης φύσης, δείχνει τη σύγχυση, πνευματική και ηθική, καθώς και την ανάγκη να απεγκλωβιστούν από τα αδιέξοδα και τις ενοχές της καθημερινότητας.

Η Μίνα Αδαμάκη κρατά τα σκηνοθετικά νήματα του έργου και επιχειρεί να αναδείξει τις ψυχολογικές προεκτάσεις της βαλτωμένης ερωτικής ζωής ενός ζευγαριού, αλλά και τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ τους, ποιος έχει το πάνω χέρι στη σχέση. Στηρίζεται στην ουσία του κειμένου και προσπαθεί να την αναπτύξει και να την εξελίξει με γνώμονα τη βαθύτερη σχέση των χαρακτήρων, προσπαθώντας να φτάσουν στην αυτογνωσία. Η ματιά της έχει αρκετές δόσεις χιούμορ και κυνικότητας, κρατώντας μεταξύ τους μια ισορροπία και διατηρώντας υφέρπουσα τη δραματικότητα της μεταξύ τους συναισθηματικής και ηθικής σύγκρουσης. Η παράσταση παραμένει γειωμένη και δεν αναλώνεται σε αφηρημένες φιλοσοφικές αναζητήσεις και συναισθηματικούς βερμπαλισμούς. Αλλά η εναλλαγή των ρόλων και των προσωπείων δεν έχει πάντα τη συνοχή και την καθαρότητα που θα απαιτούσε η λεπτομερής σκιαγράφηση των χαρακτήρων και το συνεχές παιχνίδι προσωπικοτήτων που εκτυλίσσεται στη σκηνή. Και ο ρυθμός έχει κάποιες επίπεδες στιγμές που προσγειώνουν το έργο σε μια πεζότητα, που απέχει από τον κυνισμό, τα χρώματα και τα αρώματα των ηρώων του Πίντερ. Η χημεία των ηθοποιών δε διατηρείται σταθερή και ανθεί στην περίπτωση του εραστή και της συζύγου, ενώ κυλά στα όρια της συμβατικότητας και μιας δυσκαμψίας στο παραδοσιακό ζευγάρι. Τα συναισθήματα δε λείπουν, αλλά δεν έχουν πάντα την οξύτητα και το πάθος, ώστε η σκηνή να διαμορφωθεί σε ένα ιδιότυπο ρινγκ λεκτικών διαξιφισμών και συγκρούσεων.

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος στο διπλό ρόλο του συζύγου και του εραστή (Ρίτσαρντ και Μαξ αντίστοιχα) χαμηλότονος, αλλά και σαρκαστικός από τη μία, παθιασμένος και δυναμικός από την άλλη, καταφέρνει και ισορροπεί μεταξύ των δύο προσωπείων, χωρίς το ένα να επικαλύπτει το άλλο. Μια μικρή τυποποίηση δεν την αποφεύγει, αλλά έχει μια ζωντανή και γνήσια παρουσία στη σκηνή και οι εναλλαγές του καλύπτουν όλο το ερμηνευτικό του φάσμα. Πατάει γερά και έχει μια στιβαρή παρουσία με ειδικό βάρος και αξιοπρέπεια. Η Ευτυχία Γιακουμή υποδύεται τη γυναίκα της παράστασης και προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της ψυχολογικά καταπιεσμένης συζύγου και της πραγματικής γυναίκας που ξυπνά η εξωσυζυγική της περιπέτεια. Στην πρώτη περίπτωση έχει μια διστακτικότητα και δε δείχνει να πιστεύει στα πατήματα και τις αντιδράσεις της, ενώ στη δεύτερη βγάζει μια θηλυκότητα και ένα απελπισμένο πάθος. Κι έτσι η σκηνική της χημεία με το συμπρωταγωνιστή της έχει διακυμάνσεις και περνάει από διάφορα επίπεδα στη διάρκεια του έργου. Υπάρχουν πάντως οι δυνατότητες για βελτίωση, καθώς η παράσταση θα βρίσκει τις ισορροπίες της.

Η επιμέλεια του σκηνικού χώρου και των κοστουμιών ανήκει στην ίδια τη σκηνοθέτιδα, η οποία δε φόρτωσε το χώρο με περιττά αντικείμενα, αλλά άφησε χώρο στους ηθοποιούς για άνετη κίνηση και τους έντυσε με κομψά και αντιπροσωπευτικά της τάξης τους ρούχα.
Η ίδια έκανε και τις μουσικές επιλογές και σχεδίασε και τους φωτισμούς της παράστασης που βασίστηκαν σε κυρίως γενικά πλάνα.
Η κίνηση ήταν της Καλλιόπης Σίμου και είχε τη νευρικότητα και την ένταση που απαιτούσαν οι ρόλοι.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης είδα ένα από τα πιο αιχμηρά "κωμικά" κείμενα του δεξιοτέχνη Χάρολντ Πίντερ, το οποίο θέτει ερωτήσεις για την ερωτική ζωή ενός ζευγαριού και κάνει συμμέτοχο σε αυτή το θεατή, οδηγώντας τον μπροστά στις ενοχές και τα προσωπικά του αδιέξοδα. Η σκηνοθεσία θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο τολμηρή και ακραία, αλλά ευτυχώς δεν έμεινε μόνο σε συντηρητικές γραμμές και κατάφερε να αξιοποιήσει αρκετά από τα νοήματα του έργου, χωρίς όμως να τα απογειώσει. Οι ερμηνείες χρειάζονται λίγο συντονισμό και ο λόγος να δέσει πιο αρμονικά με την κίνηση και το πάθος. Μια θεατρική πρόταση που έχει περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.