ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


3.6/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Το κλασσικό έργο του Tennessee Williams "Το Γλυκό Πουλί της Νιότης" σκηνοθετεί στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη η Νικαίτη Κοντούρη. Πρόκειται για την ιστορία της ντίβας του σινεμά Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο με το νεαρό φιλόδοξο ζιγκολό Τσανς Γουέιν, όταν αυτός αποφασίζει να γυρίσει στην πόλη που μεγάλωσε, όπου έχει πολλά ανοιχτά μέτωπα.
Ο χρόνος περνά αμείλικτα και για τους δύο και το παρελθόν, τους προσγειώνει στη σκληρή πραγματικότητα του παρόντος. Αυτή τρομαγμένη από τη χαμένη πια νιότη της και τα χρόνια που κυλούν αδυσώπητα και με την καριέρα της να βυθίζεται στην ανυπαρξία, καταφεύγει στη φυγή και τη λύση του πληρωμένου έρωτα με νεαρούς, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ.
Αυτός έχοντας φύγει από την πόλη φτωχός και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, με μόνο εφόδιο τη νεανική ομορφιά του, αλλά με μεγάλη φιλοδοξία να γίνει σταρ για να εντυπωσιάσει την πλούσια αγαπημένη του και κόρη ενός τοπικού πολιτευτή, πουλάει το κορμί του σε πλούσιες κυρίες περασμένης ηλικίας, που τον χρησιμοποιούν σαν μια πηγή ενέργειας και τον αποδιώχνουν, όταν δεν τους είναι πια χρήσιμος.
Όταν συναντιούνται προσπαθούν να αρπαχτούν ο ένας από τον άλλο και να επιβιώσουν. Αυτή, έχοντας ταλέντο και προσωπικότητα, καταφέρνει να πετύχει μια έστω πρόσκαιρη αναβίωση της λάμψης της, για τον Τσανς όμως η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή. Στην ανικανότητά του να επιβιώσει προστίθεται και η εχθρότητα αυτών που έχει βλάψει στο παρελθόν και τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Η απόδοση του έργου ανήκει στο Μάριο Πλωρίτη και το κείμενο είναι δυνατό, έντονο, με φλόγα και έντονα συναισθήματα και σε γλώσσα συντηρητική και προσιτή στο ευρύ κοινό.

Η Νικαίτη Κοντούρη αναλαμβάνει τη σκηνοθετική καθοδήγηση της παράστασης εστιάζοντας στο λαμπερό παρελθόν των ηρώων της και το ζοφερό παρόν τους. Τη λάμψη, το ταλέντο. τη νιότη και την ομορφιά του παρελθόντος δείχνουν να έχουν διαδεχθεί η παρακμή, η πτώση, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ με τους ήρωες να αγωνίζονται να βρουν ένα μέλλον. Η σκηνοθέτιδα προσπαθεί να χαρτογραφήσει το ψυχογράφημα των χαρακτήρων και να αποτυπώσει τα ίχνη του περάσματος του χρόνου και της φιλοδοξίας του καθενός, αλλά χρησιμοποιεί γι'αυτό το σκοπό μια θεατρική διαδικασία που φαίνεται παλιά και ξεπερασμένη. Οι διάλογοι είναι στυλιζαρισμένοι και αρκετά πομπώδεις, με αποτέλεσμα να ακούγονται λίγο προκάτ. Οι αντιδράσεις και τα προκαλούμενα συναισθήματα μοιάζουν προβλέψιμα, ενώ το περιστρεφόμενο σκηνικό κουράζει με τις άνευ λόγου εναλλαγές του. Ο λόγος έτσι δεν έχει ειδικό βάρος και ακούγεται ανούσιος και κενός. Η κίνηση συχνά δεν τον υποστηρίζει και πολλές σκηνές φαντάζουν υπερβολικές και αχρείαστες, όπως για παράδειγμα η σκηνή της Χέβενλι με τον πατέρα της και η αρχή του δεύτερου μέρους στο μπαρ. Η όποια κινηματογραφικότητα επιχειρήθηκε στην εναλλαγή τους, ατόνισε από την αδυναμία των χαρακτήρων να δώσουν στο κείμενο ζωή, πάθος και φλόγα. Η ένταση της φωνής δεν αρκεί για να ζωντανέψει το λόγο και να τον κάνει να αποκτήσει τη σημασία που του αρμόζει. Όσο για τα μικρά video που προβάλλονταν στις οθόνες επί σκηνής, έμεινα με την απορία για το λόγο της ύπαρξής τους, βρίσκοντάς τα άστοχα και κουραστικά. Έτσι ο θεατής, απλά περιμένει το τέλος της παράστασης, το οποίο έρχεται μάλλον λυτρωτικά γι'αυτόν και την ταλαιπωρία των ηθοποιών στη σκηνή.

Η Κάτια Δανδουλάκη στο ρόλο της θρυλικής Αλεξάνδρας Ντελ Λάγκο, είχε κάτι... επιδαύρειο στο παίξιμό της. Η εκφορά του λόγου πομπώδης και λάθος τονισμένη, φάνηκε εκτός τόπου και χρόνου και τον απογύμνωσε από κάθε συναίσθημα και δυναμική. Στο πρώτο μέρος στις σκηνές που εκτυλίχθηκαν στο κρεβάτι του δωματίου, ο χαρακτήρας της έμοιαζε καρικατούρα με στριγγή και υπερβολική ένταση φωνής. Καμία προσπάθεια να γίνει συμπαθής στο κοινό, να το πλησιάσει ψυχικά και να καταδείξει τα σημάδια που άφησαν ο χρόνος και η αποτυχία.
Ο Γιάννης Ποιμενίδης υποδύθηκε τον Τσανς Γουέιν και προσέγγισε το ρόλο του με λάθος τρόπο. Παίξιμο εντελώς επιφανειακό, χωρίς διάθεση να εμβαθύνει και να αποκαλύψει τον ψυχισμό του χαρακτήρα του, λόγος μονότονος και ενίοτε βαρετός, λάθος στήσιμο του σώματος και σχεδόν ανύπαρκτη σκηνική χημεία στις προσωπικές του στιγμές με την παρτεναίρ του Αλεξανδρα Ντελ Λάγκο. Περιφερόταν στη σκηνή χωρίς εμφανή στόχο, αφήνοντας στην τύχη του ένα μεγάλο ρόλο.
Ο Κοσμάς Ζαχάρωφ έπαιξε τον Μπος Φίνλευ, έναν πλούσιο τοπικό πολιτευτή, του οποίου η κόρη είναι ο μεγάλος έρωτας του Τσανς. Έμπειρος ηθοποιός, διέσωσε σε κάποιες σκηνές την παρουσία του, αλλά και αυτός παρασυρότσαν συχνά στην καρικατούρα, είτε μέσω του λόγου, είτε μέσω της υπερβολικότητας στην κίνησή του. Ελάχιστα πειστικές οι σκηνές με τα παιδιά του.
Ο Κωνσταντίνος Φάμης ήταν ο Τομ Φίνλευ, γιος του Μπος και κατέφυγε και αυτός στους υψηλούς τόνους για να πείσει για την αλήθεια του χαρακτήρα του, χωρίς όμως να έχει την απαραίτητη εμπειρία να τους υποστηρίξει σκηνικά και κινητικά. Η οργή και ο θυμός του δεν έπεισαν και φάνηκαν αδέξια και μέτρια προετοιμασμένα συναισθήματα. Αντίθετα, ο Λευτέρης Βασιλάκης στο ρόλο του Τζωρτζ Σκάντερ, κράτησε σε χαμηλούς τόνους το λόγο του με αποτέλεσμα να μην τον οδηγήσει στην επίπλαστη πραγματικότητα,έχοντας μια σκηνική αξιοπρέπεια και δίνοντας ένα προσωπικό στίγμα στην παρουσία του.
Η Ιζαμπέλλα Μπαλτσαβιά παίζοντας τη Χέβενλι και με μικρή σκηνική παρουσία, προσπάθησε να δώσει ένα προφίλ λίγο αναρχικό και έξω από τα κλισέ για την κόρη του Φίνλευ. Μέχρι ένα βαθμό τα κατάφερε, αλλά δεν υπήρχε καλή σκηνική συνεργασία με τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
Ο Μιχάλης Κοιλάκος σαν αναρχικός μπάρμαν δεν είχε λόγο παρουσίας στην παράσταση, ενώ σαν πλανόδιος μουσικός μας ταξίδεψε ευχάριστα σε ένα πιο μελωδικό μονοπάτι.
Η Ολυμπία Σκορδίλη παίζοντας τη Μις Λούσι, έδειξε να μην έχει καν καταλάβει το μικρό ρόλο που της ανατέθηκε, ώστε να τον προσεγγίσει σωστά ερμηνευτικά.

Ο Γιώργος Πάτσας θέλησε να αποφύγει τις χεριοκίνητες αλλαγές σκηνικού και χρησιμοποίησε την περιστροφή της σκηνής γι' αυτές. Οι περιστροφές αυτές όμως, έκαναν τη διαδικασία βαρετή και δε συντέλεσαν στη λειτουργικότητα του χώρου. Όσο για τα τραβήγματα της κουρτίνας και τα χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου του ξενοδοχείου, πιστεύω ότι προκάλεσαν τη θυμηδία του κοινού.
Τα κοστούμια του ίδιου είχαν μια κάποια προσωπικότητα και θύμισαν τις στυλιστικές επιλογές της εποχής που διαδραματίζεται η παράσταση. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου προσπάθησε να συντονίσει τις ταξιδιάρικες μελωδίες της με το έργο, αλλά λίγες φορές επιτεύχθηκε αυτός ο συντονισμός.
Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα εναλλάσσονταν από τα γενικότερα κάδρα σε πιο εστιασμένα πλάνα και ήταν καλοί.
Η κίνηση που επιμελήθηκε η Σεσίλ Μικρούτσικου, έμοιαζε να φλερτάρει με την υπερκινητικότητα και δεν κατάφερνε συνήθως να συντονιστεί με το λόγο. Στα σημειωτέα και η κακή ηχητική της παράστασης, αφού στο πρώτο μέρος σε κάποιες σκηνές, οι ηθοποιοί δεν ακούγονταν και στο δεύτερο οι μικροφωνισμοί χαλούσαν την όποια σκηνική μαγεία.

Συμπερασματικά, το κλασσικό έργο του Tennessee Williams δεν έτυχε της μεταχείρισης που του άξιζε στη σκηνή του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Παλαιωμένη σκηνοθετική οπτική, πομπώδης και υπερβολικός λόγος, αστοχίες στα video, τα σκηνικά και την κίνηση και μια ξεπερασμένη ερμηνευτική προσέγγιση δεν έδωσαν λάμψη στην παράσταση, αλλά μάλλον την έκαναν μια εμπειρία που θα ξεχαστεί πολύ γρήγορα.


Σχόλια (1)

  • ΑΘΗΝΑ ΜΑΚΡΑΚΗ

    12 Δεκέμβριος 2016 στις 12:15 | #

    Γιωργο Καλημερα,
    Καταπληκτικη η κριτική σου και πολυ ουσιαστική. Με βρισκει απολυτως συμφωνη!! Νασαι καλά

    απάντηση

Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.