«Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΙΓΚΟΥΑΝΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΙΓΚΟΥΑΝΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.7/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

«Ζω σαν δραπέτης.
Κανένας τόπος πια δεν μου φαίνεται κατοικήσιμος για πολύ καιρό,
ούτε καν το ίδιο μου το δέρμα»
                                                                     Τεννεσί Ουίλιαμς

 

          Το 1961, ο Τεννεσί Ουίλιαμς (Tennessee Williams) ολοκληρώνει μια ιστορία για ένα ξενοδοχείο, κάπου στο Μεξικό, όπου οι θαμώνες είναι άνθρωποι που του μοιάζουν πολύ.
Το έργο «Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΙΓΚΟΥΑΝΑ» από πολλούς θεωρείται το τελευταίο μεγάλο ενός μεγάλου συγγραφέα. Ένα έργο που συγκεντρώνει όλους τους χαρακτήρες του Αμερικανού ποιητή, συνθέτοντας την επιτομή της φιλοσοφίας του με διάθεση εξομολογητική, αλλά διόλου συγκαταβατική. Επτά άνθρωποι συναντιούνται σε έναν τόπο που μοιάζει σαν να έχει βγει από ρετρό, πολλά υποσχόμενο, διαφημιστικό κατάλογο. Το ξενοδοχείο «Costa Verde» δεν είναι απλά ένας χώρος διαμονής, αλλά ένα καθαρτήριο όπου ενηλικιώνονται οι κολασμένοι ήρωες του Τεννεσί Ουίλιαμς, ολοκληρώνοντας τη διαδρομή τους σε μια συνθήκη που τα έχει
όλα: εμμονές, δαίμονες, καταπιεσμένα συναισθήματα, ντροπή, εξαπάτηση, εθισμούς και έναν θεό. που αν δεν έμοιαζε με ξεμωραμένο γέρο, που διασκεδάζει να βασανίζει τους πιστούς του, μπορεί να ανήκε -και εκείνος- στους ενοίκους του «Costa Verde».
          Υπόθεση: Σ' έναν απομακρυσμένο λόφο, κάπου στο Μεξικό, το ξενοδοχείο της υπερσεξουαλικής Μαξίν, «Costa Verde», θα γίνει το καταφύγιο κάποιων περιπλανώμενων ψυχών: ενός αποσχηματισμένου ιερέα -νυν ξεναγού- και μιας ζωγράφου που συνοδεύει τον υπέργηρο ποιητή παππού της.
          Για λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες παρακολουθούμε τους ήρωες, του έργου, να έρχονται αντιμέτωποι με τα ζωτικά τους ψεύδη σχετικά με τη Ζωή, τη Θρησκεία, την Αγάπη, ενώ παράλληλα προσπαθούν να βρουν παρηγοριά στην «καλοσύνη των ξένων».
          Η Μαρία Μαγκανάρη έχει να διαχειριστεί ένα δύσκολο έργο. Το κείμενο δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και σίγουρα οι περισσότεροι θεατές θα έρθουν σε επαφή μαζί του για πρώτη φορά, καθώς είναι η τέταρτη φορά που ανεβαίνει στην Ελλάδα, με αφετηρία την παράσταση του 1963 από το «Θέατρο Τέχνης». Έχοντας κάνει η ίδια και την μετάφραση, διεισδύει στον κόσμο του συγγραφέα αφαιρώντας κάθε γραμμάριο αφηγηματικού λίπους και επικεντρώνεται σε ένα ψυχογράφημα, στο οποίο το μεταφυσικό στοιχείο συναντά την ποίηση και ο ρεαλισμός υποχωρεί μπροστά στο φαντασιακό. Οι συμβολισμοί είναι άπειροι, οι χρόνοι μπλέκονται και οι ενοχές έρχονται σαν στοιχειά να βασανίσουν τους ήδη κουρασμένους ήρωες.
          Όλοι τους είναι η κραυγή της Ιγκουάνα που θέλουν να ελευθερωθούν και ουρλιάζουν την απόγνωση τους, κάτι να τους οδηγήσει λίγο παραπέρα. Η χήρα «Μαξίν Φωλκ» (Μαρία Κεχαγίογλου), η δασκάλα «Τζούντιθ Φέλοους» (Δήμητρα Βλαγκοπούλου), η «Χάννα Τζελκς» (Σύρμω Κεκέ), ο «Τζόναθαν Κόφιν» (Γιώργος Μπινιάρης), η «Σάρλοτ Γκούνταλ» (Βίκυ Κατσικα), ο «Πέδρο» (Πέτρος Μάλαμας) και, φυσικά, ο «Λώρενς Σάννον» (Ιωάννης Παπαζήσης).
          Αν ο Τενεσί Ουίλιαμς ήταν βιβλίο θα ήταν το «Η νύχτα της Ιγκουάνα», κι αν ήταν ήρωας θα ήταν όλοι αυτοί μαζί, και σίγουρα η Μαρία Μαγκανάρη θα τους σκηνοθετούσε.
          Το τροπικό σκηνικό, της Τίνας Τζόκα, με τα χρώματα της Μεξικανικής υπαίθρου να κυριαρχούν, μοιάζει με όαση -και όπως όλοι οι επίγειοι παράδεισοι κρύβει μια παραδοξότητα. Το άφθονο αλκοόλ, οι φωτισμοί της Μαρίας Γοζαδίνου και οι ήχοι της Nalyssa Green, μας υποδέχονται προτού ακόμα ξεκινήσει η παράσταση, συνθέτουν μια αισθητική υψηλών απαιτήσεων. Τα κουστούμια, της Ιωάννας Τσάμη, σε φοκλόρ και εξωτικό στυλ, συμπληρώνουν τον πολύχρωμο καμβά.
          Ο Ιωάννης Παπαζήσης μεταμορφώνεται, αντιστέκεται και τελικά, υποκύπτει στα δαιμόνια του. Ώριμη ερμηνεία που προσεγγίζει εκ των έσω το υπαρξιακό αδιέξοδο του ίδιου του συγγραφέα.
          Η Μαρία Κεχαγίογλου είναι, ίσως, το πιο πραγματικό πρόσωπο του έργου -και σίγουρα η απελευθερωμένη γυναικεία φύση του Τενεσί Ουίλιαμς. Στιβαρή η παρουσία της ηθοποιού σε έναν ρόλο που έχει την πιο ξεκάθαρη πορεία.
          Η Σύρμω Κεκέ με την ήρεμη φωνή της σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Σε κρατάει στη σκηνή δίνοντας όλες τις απαραίτητες ανάσες που απαιτούνται σε ένα τόσο έντονο έργο.
          Ο Γιώργος Μπινιάρης ανήκει στο υπερρεαλιστικό κομμάτι της παράστασης. Απόκοσμος, προσπαθεί να ολοκληρώσει το ποίημα του, θυμίζοντας τον ίδιο τον συγγραφέα.
          Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου βγάζει μια υπερβολή που την κάνει λίγο περιγραφική ως θρησκόληπτη δασκάλα.
          Στους μικρότερους ρόλους, η Βίκυ Κατσίκα και ο Πέτρος Μάλαμας είναι ικανοποιητικοί λειτουργώντας ως πολύτιμα ερμηνευτικά πασπαρτού.
          Δεν ξέρω αν ήταν μέρος της σκηνοθεσίας ή αν απλά έτυχε εξαιτίας πρακτικής αστοχίας, αλλά σε όλη την διάρκεια της παράστασης το άγαλμα της Παναγίας της Γουαδαλούπης έπεφτε από το δέντρο όπου ήταν τοποθετημένο μαζί με τρία κεριά. Μια θλιμμένη Virgen Morena που -ενώ τα πρόσωπα του έργου προσπαθούσαν κάθε φορά να επαναφέρουν- έπεφτε, ώσπου την άφησαν, στο τέλος, να στέκεται στο πάτωμα και να τους κοιτάει ανακουφισμένη από χαμηλά.
Ίσως, τελικά, αυτή να ήταν και η λύτρωση που έψαχνε ο Τεννεσί Ουίλιαμς. Μέσα στο αυστηρό καθολικό περιβάλλον που μεγάλωσε, με τον κακοποιητικό πατέρα και την χειριστική μητέρα του, την παράνοια να παραμονεύει και τα πάθη του να κυριαρχούν, ίσως, η συμφιλίωση να ήταν η παρηγοριά που αναζητούσε.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.