Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 rating 1 vote

          «…Οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους γιατί επιλέγουν να μην θυμούνται…»

          Σε ηλικία 34 ετών ο Αλμπέρ Καμύ ολοκληρώνει την συγγραφή ενός από των σημαντικότερων έργων του και σίγουρα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Λίγο πριν, την ολοκλήρωση του «Ξένου» επισκέπτεται την πόλη Οράν, κάπου στη βορειοδυτική πλευρά της Αλγερίας. Η φυματίωση που τον ταλαιπωρεί τον αναγκάζει να μείνει για αρκετό καιρό και να γνωρίσει την όχι και τόσο ευχάριστη ιστορία του τόπου. Το Οράν αποτελούσε ένα από τα πιο κεντρικά λιμάνια της Μεσογείου όπου πολύς κόσμος πηγαινοερχόταν καθημερινά. Το 1556 υπήρξαν οι πρώτες αναφορές για πανούκλα και άλλες θανατηφόρες επιδημίες που αποδεκάτισαν τον πληθυσμό του. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η πόλη ήρθε αντιμέτωπη με μια σφοδρή επιδημία χολέρας που την απομόνωσε οικονομικά και κοινωνικά. Ο έντονα υλιστικός και καταναλωτικός τρόπος ζωής των κατοίκων, με την ελλιπή πρωτοβάθμια υγεία και τις έντονες ταξικές διαφορές, τράβηξε την προσοχή του Καμύ που εμπνεύστηκε μια αλληγορική ιστορία για έναν κόσμο που παλεύει να επιβιώσει δίνοντας την μάχη του απέναντι στον θάνατο, τις προκαταλήψεις και ακόμα περισσότερο στη μνήμη που μοιάζει ο μόνος αντίπαλος.
          Ο γιατρός Ριέ, τηρώντας την ρουτίνα των επισκέψεων του, σκοντάφτει πάνω σε ένα ψόφιο ποντίκι. Τις επόμενες ημέρες η πόλη γεμίζει με τρωκτικά που βγαίνουν από τους υπονόμους και τις τρώγλες κατακλύζοντας τις γειτονιές και σκορπώντας τον πανικό. Παρά τις προειδοποιήσεις του γιατρού Ριέ οι αρχές αρνούνται να δουν τα γεγονότα και να πάρουν μέτρα, μέχρι ο αριθμός των νεκρών να αυξηθεί δραματικά. Ολόκληρη η πόλη μπαίνει σε καραντίνα, τα αδέσποτα ζώα θανατώνονται και η επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο περιορίζεται σε τηλεγραφήματα. Ο συγγραφέας μεταφέρει τη δράση στη δεκαετία του '40 παραλληλίζοντας την άνοδο του φασισμού, τους εκατομμύρια θανάτους, και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης με την πανούκλα, τους νεκρούς και την απομόνωση αντίστοιχα, αλλά και την αιώνια πάλη και αντίσταση του ανθρώπου απέναντι σε κάθε τι που απειλεί και υπονομεύει την ελευθερία του.
          Η Σοφία Καραγιάννη στέκεται εύστοχα και με ωριμότητα στο κείμενο του Καμύ φανερώνοντας έναν λόγο τρομακτικά επίκαιρο, όχι μόνο εξαιτίας της πανδημίας -έτσι κι αλλιώς η παράσταση ήταν προγραμματισμένη να ανέβει πριν το ξέσπασμα του Covid-19-, αλλά κυρίως γιατί ο κίνδυνος του φασισμού και του αυταρχισμού κρούει ξανά τις θύρες της Ευρώπης.
          Θέλω να σταθώ σε δύο στοιχεία της σκηνοθεσίας. Αφενός καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης οι άπειροι συμβολισμοί του Καμύ είναι παρόντες, φανερώνοντας τη δεύτερη ανάγνωση της «Πανούκλας», με τη δραματουργική ανάλυση του Μιχάλη Βραζιτούλη να αφήνει το έργο να αναπνεύσει, αφετέρου, η σκηνοθέτρια επιλέγει, χωρίς άσκοπους ρητορισμούς και φλυαρίες, να υπερτονίσει την αισιόδοξη προοπτική μιας μάχης που, τελικά, νικητής είναι ο άνθρωπος. Μέσα από αντιφάσεις και δοκιμασίες, απορρίπτοντας κάθε ιδεοληψία, ο άνθρωπος επιλέγει την ζωή.
          Κάθε λεπτομέρεια έχει τον χώρο της,  όπως το σκηνικό και τα κουστούμια της Κωνσταντίνας Κρίγκου, όπου μια ποντικότρυπα συνδέει δύο επιμέρους χώρους και τα άπειρα παπούτσια των νεκρών θυμίζουν τα κρεματόρια των ναζί.
          Οι φωτισμοί, του Νίκου Βλασόπουλου, με τη μουσική σύνθεση, του Στάθη Δρογώση και φυσικά το ακορντεόν της Ευσταθίας Λαγιοκάπα, υποστηρίζουν την πλοκή και εξέλιξη του έργου.
          Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης καταφέρνει έναν «γιατρό Ριέ» απόλυτα ισορροπημένο και ρεαλιστικό αντιπροσωπεύοντας την πίστη στον αγώνα. Με καθαρό λόγο και στιβαρά ερμηνευτικά πατήματα γίνεται ο ήρωας του Καμύ.
          Ο Κωσταντίνος Πασσάς μεταμορφώνεται σε όλους τους υπόλοιπους ρόλους. Συναντάμε τον «εθελοντή Ταρού», τον αποκλεισμένο «δημοσιογράφο Ραμπάρ», τον «δημόσιο υπάλληλο Γκραν», τον «πάτερ Πανελού». Ο κάθε ένας από αυτούς αντιπροσωπεύει ένα μέρος της κοινωνίας. Όλη η κουλτούρα του συγγραφέα πραγματώνεται από την πολυφωνική ερμηνεία του ηθοποιού, που με μαεστρία μεταπηδά από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον.
          O Δημήτρης Μαμιός είναι η αποκάλυψη της παράστασης. Στην ουσία η Σοφία Καραγιάννη δημιουργεί έναν ακόμη ρόλο ή ορθότερα συγκεντρώνει και εξανθρωπίζει όλες τις ανησυχίες, όλους τους προβληματισμούς του Καμύ σε έναν χαρακτήρα που δεν προσδιορίζεται, αλλά παραμονεύει και σε απόλυτη χημεία με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη αναμετράται όπως ο «Θάνατος» και ο «Ιππότης» στην «Έβδομη Σφραγίδα», του Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Ο ηθοποιός σωματοποιεί, υπό την καθοδήγηση της Μαργαρίτας Τρίκκα, τον λόγο και μέσα από κωμικά στοιχεία, «κλεψίματα» «Σαρλό», και μια σαρωτική ενέργεια κατοχυρώνει ένα καινούριο πρόσωπο στο σύμπαν της «Πανούκλας».

Η «Ομάδα GAFF» τα τελευταία χρόνια σημειώνει δυνατή παρουσία με παραστάσεις που απευθύνονται στο σήμερα και ανθρώπους που ξέρουν από θέατρο και ζουν την και στην εποχή τους. Είναι πολύ σημαντικό, να βλέπουμε καλό θέατρο με άποψη, χωρίς διδακτισμούς και υπερφίαλες αναγνώσεις.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.