ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.4/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

          Μόλις, 200 δολάρια ήταν η αμοιβή του Ερνεστ Χέμινγουεϊ για το σύντομο διήγημα του «The Killers» που δημοσιεύτηκε το 1927 στο «Scribner's Magazine». Ήταν, η πρώτη φορά που φιλοξενήθηκε κείμενο του σε περιοδικό. Αν συλλογιστεί κανείς τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αυτό δεν είναι κάτι που μας ξαφνιάζει. Η χώρα του δεν υπήρξε ποτέ φιλική για τους αριστερούς και ο ίδιος ζήτησε καλλιτεχνική στέγη στο Παρίσι. Ανήκε στη Χαμένη Γενιά των Αμερικανών λογοτεχνών, της δεκαετίας του ΄20 και του ΄30, μαζί με τον Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
          Η ανάγκη του να ξεφύγει από το στενόμυαλο περιβάλλον της γενέτειρας του τον έκανε να στραφεί προς τη δημοσιογραφία. Υπήρξε από τους πιο μάχιμους πολεμικούς ανταποκριτές, ενώ από την εφηβεία του έγραφε και συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με ψευδώνυμο. Στις αποστολές που πήγαινε, ερχόταν, συχνά, αντιμέτωπος με την φρίκη του θανάτου. Ο ίδιος τον είχε ξεγελάσει αρκετές φορές, όχι, όμως, και ένας νεαρός στρατιώτης που σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια του κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τότε, ήταν που άρχισε να σκέφτεται το σενάριο για τους Δολοφόνους, που ολοκλήρωσε αργότερα.
          Ένα διήγημα που έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στην μεγάλη οθόνη, με τη σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Σιόντμακ (1946) να ξεχωρίζει και να έχει επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου (2008).
          Στους Δολοφόνους βλέπουμε, ξεκάθαρα, τη σχέση του νομπελίστα συγγραφέα με τον θάνατο, το αναπόφευκτο και με πόση αυθάδεια στεκόταν απέναντι του. Για άλλη μια φορά, εστιάζει στη φιλία μεταξύ αντρών, δίνοντας της, σχεδόν, βιβλικές διαστάσεις, κατάλοιπο της διαπαιδαγώγησης του σε ένα αυστηρό καθολικό περιβάλλον.
          Ο Γιώργος Σίμωνας εμπνέεται από το σκοτεινό σύμπαν του συγγραφέα και -κρατώντας την αρχική ιδέα του «The Killers»- συστήνει τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ στον Κουέντιν Ταραντίνο, δημιουργώντας μια b-movie που ακροβατεί μεταξύ spaghetti western και νέο-noir. Η υπόθεση θέλει δυο επαγγελματίες δολοφόνους να επισκέπτονται ένα εστιατόριο, στη μέση του πουθενά, με πρόθεση να δολοφονήσουν έναν επαγγελματία πυγμάχο. Εκεί, συναντιούνται με τον ιδιοκτήτη του μπαρ, «Τζορτζ», τον μάγειρα «Σαμ», την «Προύντι» και τον σύντροφο της «Νικ Άνταμς» -έναν χαρακτήρα που βρίσκουμε συχνά στον Χέμινγουεϊ, και πολλοί θέλουν να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας.
          Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον, με την παράσταση «ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ», του Γιώργου Σίμωνα, είναι πως έχει παντρέψει κινηματογράφο και θέατρο σε μια πρόταση που προσωπικά μου τράβηξε την προσοχή. Αρχικά, έχουμε δύο χώρους, δύο συνθήκες: Αυτό που συμβαίνει μπροστά στους θεατές -στην αποθήκη τροφίμων του εστιατορίου- και την προβολή της live κινηματογράφησης -στον χώρο υποδοχής του θεάτρου Rabbithole όπου έχει στηθεί ένα τυπικό σκηνικό αμερικανικού επαρχιώτικου diner. Σε όλη τη διάρκεια της παράστασης υπάρχει συνεχής διάλογος μεταξύ των δύο χώρων. Η διασκευή έχει γίνει από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, χωρίς να αναφέρεται σε ποια μετάφραση βασίστηκε. Έτσι κι αλλιώς, οι διάλογοι είναι εμφανώς προσαρμοσμένοι -και αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της παράστασης. Ενώ, υπάρχει λεπτομέρεια στο εικαστικό μέρος, με το σκηνικό και τα κουστούμια της Τώνιας Ράλλη να ξεχωρίζουν, το αφηγηματικό κομμάτι παρουσιάζει κενά. Θυμίζει περισσότερο αποσπάσματα που, ναι μεν, έχουν αρκετές εύστοχες στιγμές με έντονη ατμοσφαιρικότητα και χιούμορ, αλλά δραματουργικά δεν εξελίσσεται. Και, ενώ υπάρχει δυναμική στο έργο -που επιτυγχάνεται με τον συνδυασμό αρκετών εκφραστικών μέσων- σου μένει η αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Είναι σαν να φοβήθηκε, ο ίδιος ο σκηνοθέτης, να απογειώσει μια δουλειά που έχει αρκετά να πει. Έμεινε στην πρώτη ανάγνωση ενώ θα μπορούσε να επιμείνει περισσότερο.
          Το να ρισκάρεις να εισάγεις live κινηματογράφηση είναι μια γενναία απόφαση, γι' αυτό τεχνικά προβληματάκια, όπως η καθυστέρηση του ήχου ή η διπλή ακουστικότητα (ακούγαμε και από την οθόνη και από τον χώρο που γινόταν η λήψη), τα προσπερνάμε.
          Ο Στέλιος Δημόπουλος και ο Συμεών Τσακίρης είναι οι «δολοφόνοι» και οι ερμηνείες τους είναι από τα δυνατά στοιχεία της παράστασης. Έχουν καταφέρει να μεταμορφωθούν σε καλτ αμερικάνικες φιγούρες, υιοθετώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που σκιαγραφούν τους χαρακτήρες του Χέμινγουεϊ, κλείνοντας το μάτι στον σπλάτερ κόσμο του Ταραντίνο. Επιμένω σε αυτό: οι επιρροές από το κακό παιδί του Χόλυγουντ είναι ξεκάθαρες και έξυπνα προσαρμοσμένες.
          Η Μαρία-Νεφέλη Δούκα κρατάει όλο το πρώτο μέρος πάνω της, με ωραία γυρίσματα και εντελώς ανεπιτήδευτη. Ίσως, θα έπρεπε να αξιοποιηθεί περισσότερο ως χαρακτήρας και γνωρίζοντας την δυναμική της συγκεκριμένης ηθοποιού αναρωτιέμαι γιατί δεν έγινε.
          Ο Γιώργος Σαββίδης, απολαυστικά εκνευριστικός, είναι ο μπάρμαν που κανείς δε θέλει να συναντήσει όταν πεινάει. Καλοδουλεμένος ρόλος και δύσκολος γιατί σε κάποια σημεία υπάρχει ο κίνδυνος της υπερβολής.
          Ο Δημήτρης Παπαλάμπρος περισσότερο περιγραφικός από ότι χρειαζόταν.
          Ο Μιχάλης Φραγκιαδάκης έβγαζε μια ένταση που κάποιες στιγμές κατέληγε να είναι κουραστική.
          Κάθε χρόνο, βλέπουμε να ανεβαίνουν όλο οι ίδιοι συγγραφείς, πολλές φορές, στην ίδια θεατρική σεζόν, υπάρχουν έργα που παίζονται διπλά και τριπλά.  Συχνά, γκρινιάζουμε για νέες προτάσεις και ένα θέατρο που να συνομιλεί με τα σύγχρονα μέσα έκφρασης -αρκεί, βέβαια, αυτό να μη γίνεται αυτοσκοπός. Η ομάδα «Νοσταλγία» και ο Γιώργος Σίμωνας τολμούν να πειραματιστούν και να κινηθούν σε μη ασφαλή χωράφια. Προτείνουν έναν εναλλακτικό τρόπο ανάγνωσης, συνδυάζοντας οπτικοακουστικό και θεατρικό μεταμοντερνισμό. Σίγουρα, υπάρχουν αστοχίες και θέματα που θα έπρεπε να επανεξεταστούν, κυρίως στο αφηγηματικό κομμάτι. Μην ξεχνάμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία που, κάπως, πρέπει να ειπωθεί.
Το μόνο σίγουρο είναι πως η παράσταση «ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ» είναι μια πρόταση που έχει τη δική της ξεχωριστή θέση στο θεατρικό κοινό της πόλης.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.