«ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 rating 1 vote

          «η κυρία νόμιζε πως θα την προστάτευε το πεπρωμένο
          δεν υπολόγιζε την επανάσταση των δούλων… »

          Βασισμένος στην αληθινή ιστορία των αδελφών Λέα και Κριστίν Παπέν, από την περιοχή του Λε Μαν, ο Ζαν Ζενέ (Jean Genet) έγραψε, το 1947, τo θεατρικό έργο «ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ». Το έγκλημα σόκαρε την Γαλλία και απετέλεσε αντικείμενο μελέτης και στοχασμού για εγκληματολόγους και κοινωνιολόγους.
          Η ιστορία δυο κοριτσιών που υπηρετούσαν την πλούσια οικογένεια των Λανσελέν, χωρίς καμία συμπάθεια και καλοσύνη στο πρόσωπό τους, ενέπνευσε κατά καιρούς αρκετούς λόγιους, όπως, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ ή τον ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν, που αφιέρωσε ολόκληρη μελέτη στο συγκεκριμένο έγκλημα.
          Από τον Γιώργο Σεβαστίκογλου και την «Αγγέλα» μέχρι και τη μεταφορά του best-seller «The Help», της Κάθριν Στόκετ, στη μεγάλη οθόνη, οι ζωές των υπηρετριών δεν ήταν ποτέ εύκολες. και πως αλλιώς θα ήταν, αφού περιέγραφαν, ως επί τω πλείστον, σχέσεις εκμετάλλευσης και αόρατων ανθρώπων.
          Ο Ζαν Ζενέ εκτός από σημαντικός πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, υπήρξε και πολιτικός ακτιβιστής. Πολλά έχουν γραφτεί για τη ζωή του και ακόμα περισσότερα έχουν μείνει κρυφά. Η εγκατάλειψη από τη μητέρα του και ο εγκλεισμός του σε αναμορφωτήριο διαμόρφωσαν έναν χαρακτήρα που φλέρταρε πολύ σθεναρά με την παραβατικότητα. Μελετώντας το έργο του, διακρίνονται έντονα τα στοιχεία εκείνα που τον θέλουν να στέκεται απέναντι σε κάθε καθωσπρεπισμό και κοινωνική συνθήκη.
          Στο έργο του «ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ» δε φανερώνει απλά το ταξικό και πολιτικό του υπόβαθρο, αλλά εισχωρεί σε πιο μύχιες και ψυχαναλυτικές διαδρομές, στοιχειοθετώντας ένα μονόπρακτο που τοποθετεί τα τρία πρόσωπα του έργου στο ίδιο, ακριβώς, κάδρο, εκείνο του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου, εξερευνώντας τη σχέση εξάρτησης και αλληλοσυντήρησης των δύο κοινωνικών προτύπων
          Η Βάσια Χρονοπούλου σκηνοθετεί, μεταφράζει (μαζί με τη Ντένια Στασινοπούλου) και επιλέγει τα κοστούμια του έργου, πλάθοντας μια μεταφυσική εκδοχή όπου η πραγματικότητα μπλέκεται επικίνδυνα με τη φαντασίωση και την εμμονή. Μια τελετή όπου οι ρόλοι μπερδεύονται και μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή κυριαρχίας, σαδισμού και απόγνωσης, η Κλαιρ και η Σολάνζ αναζητούν διέξοδο σε μια ζωή καταδικασμένη να βρίσκεται στο περιθώριο. Κάθε βράδυ παίζουν το ίδιο παιχνίδι, φορούν τα ρούχα της Κυρίας, μακιγιάρονται και μιλούν όπως και εκείνη, προσπαθώντας να ισορροπήσουν στα βήματα της, αλλά η λύτρωση δεν έρχεται. Δυο κορίτσια που μιμούνται τη «μητέρα» τους θέλοντας να πάρουν τη θέση της και την ίδια στιγμή τη μισούν και θέλουν να τη σκοτώσουν. Μα ο χρόνος τελειώνει και η κυρία χτυπάει το κουδούνι διακόπτοντας στη μέση ένα παιχνίδι που τα τρία πρόσωπα, σχεδόν, γίνονται ένα. Μια χορογραφία «τεράτων» που δε διαφέρει πολύ από την πραγματικότητα κάθε ανθρώπινης σχέσης υποτέλειας.
          Η σκηνοθεσία είναι μια φάρσα, ένα παιδικό τέχνασμα που τα πάντα επιτρέπονται και όλα μπορούν να συμβούν. Οι μόνες στιγμές που η πραγματικότητα επαναφέρει την Κλαιρ και τη Σολάνζ, είναι όταν το μίσος και η απέχθεια τις κάνουν να μη μπορούν, ούτε καν οι ίδιες, να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το ψέμα, το αληθινό από το φαντασιακό. Εύστοχα η σκηνοθέτρια δεν εγκλωβίζεται, ούτε επαναπαύεται στο δίπολο θήτης-θύμα, πλούσιοι-φτωχοί και όλα όσα, ναι μεν, διακρίνονται σε αυτή τη σχέση, αλλά δεν αποτελούν τον πυρήνα της διανόησης του Ζενέ. Το κάθε ένα, από τα τρία πρόσωπα, γίνεται η προβολή μιας κοινωνίας που αντανακλά κάθε σχέση εξουσίας και συνάμα ανάγκη για διαφυγή.
          Η Ιωάννα Λέκκα, η Ντένια Στασινοπούλου και η Holly Grace -του Θέμη Θεοχάρογλου- συνθέτουν έναν ερμηνευτικό καμβά μεταμορφώσεων και συμβολισμών, που ίσως να είναι από τα πιο αλληλεπιδραστικά σχήματα που έχω δει σε αυτούς τους ρόλους.
          Διατηρώντας η καθεμία τον χώρο της, καταφέρνουν να εισχωρούν τόσο ταιριαστά η μία στον κόσμο της άλλης που εκτός από την εξαιρετική χημεία που αναπτύσσουν κατορθώνουν να τοποθετούν και τους θεατές σε αυτό το παιχνίδι, κάνοντας τους μάρτυρες και συνενόχους.
          Η Ιωάννα Λέκκα, εκτός από ηθοποιός, είναι και επαγγελματίας τραγουδίστρια, το ίδιο και η queer προσωπικότητα της Holly Grace -του Θέμη Θεοχάρογλου- χθες, όμως, ανακάλυψα την εξαιρετική φωνή της Ντένιας Στασινοπούλου. Το αναφέρω, αυτό, γιατί στην παράσταση υπάρχει το θέατρο εν θεάτρω με στοιχεία μιούζικαλ, που πάντα, όμως, εξυπηρετούν την τραγικότητα και την ειρωνεία. Η μουσική είναι του Γρηγόρη Ελευθερίου και η κίνηση του Κωνσταντίνου Παπανικολάου
          Επίσης, σημαντικό είναι πως ενώ υπάρχει η παγίδα της υπερβολής σε όλη την ανάγνωση του κειμένου του Ζενέ (κάτι που έχουμε δει, στο παρελθόν), εδώ απελευθερώνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφενός αποκαλύπτουν τον συγγραφέα και αφετέρου δεν υποκύπτουν σε εύκολους εντυπωσιασμούς. Για παράδειγμα υποθάλπεται μια ομοφυλοφιλική υποψία και η όποια επικύρωση της περιορίζεται σε αγγίγματα και παύσεις. Και εδώ φαίνεται η σκηνοθετική και ερμηνευτική ωριμότητα, σκηνοθέτριας και ηθοποιών, που συντηρούν αυτές τις αποχρώσεις, χωρίς να τους επιτρέπουν να μονοπωλήσουν το έργο.
          Το σκηνικό, του Γιάννη Αρβανίτη, είναι ένα μπουντουάρ, ένα καμαρίνι που ενισχύει το στοιχείο της μεταμόρφωσης και του έντεχνου «θεατρινισμού».
          Οι φωτισμοί, του Δημήτρη Μπαλτά, συνομιλούν με την ψευδαίσθηση των κατόπτρων.
          Οι επιλογές των κουστουμιών είναι της Βάσιας Χρονοπούλου που μέσα από νάιλον περούκες, βελούδο, τουαλέτες με παγιέτες, αλλά και τα φορέματα των Κλαιρ και Σονάνζ να τις κάνουν να μοιάζουν με παιδικές κούκλες βιτρίνας, μετατρέπουν τη σκηνή σε μια μουσική μπιζουτιέρα, σαν αυτές που κουρδίζουμε και περιμένουμε τη μπαλαρίνα να χορέψει για εμάς. Μόνο που στο τέλος, αυτού του παιχνιδιού, της μπαλαρίνας, της έκοψαν τα πόδια.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.