Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.3/5 κατάταξη (16 ψήφοι)

Το έργο «Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ» του πολυτάλαντου Martin McDonagh ευτυχεί στο θέατρο Επί Κολωνώ με την υπογραφή της εύστοχης Ελένης Σκότη και της ομάδας Νάμα

Ο Ιρλανδός συγγραφέας γράφει το 1996, σε ηλικία 26 ετών, ένα σπαρακτικό ντελίριο αυτο-εγκλωβισμού και χρόνιας αρρωστημένης αλληλοεξάρτησης δύο γυναικών, που τις έχει οδηγήσει σε ακραίες συμπεριφορές και τα όποια ψήγματα φωτός διαφαίνονται στον ορίζοντα, απειλούν οριστικά τη σχέση τους. 
Μία οδυνηρή συναισθηματική ελεγεία αμοιβαίου «κανιβαλισμού», καταστάλαγμα φθοράς, φόβου, παραίτησης, σιχαμάρας, παράνοιας και ταυτόχρονα, ένα μελαγχολικό αφήγημα για τα εθνικά ήθη, τον αγγλικό βραχνά και το αμερικάνικο όνειρο. 

Ο Μακ Ντόνα φημίζεται για την ικανότητά του να εμπλουτίζει το βρετανικό θέατρο με την αύρα της ιρλανδικής ιθαγένειας και την ένταση ενός «στα μούτρα μας» εφιάλτη με καταστάσεις που φαντάζουν κοντινές και γνώριμες, όσο και ανοίκειες και τερατώδεις. Η έναρξη του έργου συμπίπτει με μια ήδη τετελεσμένη κάθοδο, όπου το διαβρωτικά πικρόχολο χιούμορ του συγγραφέα κλιμακώνει ολοένα την αίσθηση του εγκλεισμού. 

 

Σ' ένα απομονωμένο, μίζερο αγροτόσπιτο στη δυτική Ιρλανδία συγκατοικούν διαρκώς αλληλοκαταπιεζόμενες μία μάνα με την κόρη της. Η βίαιη σχέση της σαραντάχρονης γεροντοκόρης Μωρήν με τη δύστροπη, δυσκίνητη, γριά μητέρα της, Μαγκ είναι γεμάτη με αμοιβαίο μίσος, απέραντη οργή και αφόρητη μοναξιά. Όταν η εβδομηντάχρονη καταφέρνει να διώξει με ραδιουργίες τον άνδρα που απειλεί να πάρει την κόρη μακριά της, τότε εκείνη με τη σειρά της παίρνει εκδίκηση και τη δολοφονεί, προκαλώντας αισθήματα ανοχής και συγκαλυμμένης συμπόνοιας στους θεατές, αφού επανειλημμένα έχει βιώσει το αίσθημα της αδικίας από την ίδια τη μάνα της.
 
Ο δραματουργικός καμβάς της ιστορίας των δύο γυναικών, περιλαμβάνει διαρκείς αδυσώπητες λεκτικές ξιφομαχίες. Φέρονται σαν άγρια ζώα κλεισμένα στο ίδιο κλουβί και τα ενώνει -εκτός από το μίσος- μία αδιόρατη κλωστή ανάγκης και καταναγκαστικής αφοσίωσης. Η μάνα είναι ο κινητήριος μοχλός της κακίας. Ένα άθλιο, υποκριτικό γραΐδιο που δεν ορρωδεί προ ουδενός. Η κόρη, ένα προκλητικό, λαβωμένο, απελπισμένο θηλυκό-θηρίο, εγκλωβισμένο ανάμεσα στο χρέος και στους εφιάλτες μιας οριστικά θαμμένης ζωής. 
Η τιμωρία και των δύο, προβλεπόμενη από τον συγγραφέα, που προβάλλει την οικόσιτη αυτοδικία, ως αιτία και αποτέλεσμα ολέθρου των κανιβαλικών σχέσεων. Το άγριο φινάλε δεν θα λυτρώσει τη Μωρήν. Ο δρόμος για την ελευθερία είναι μακρύτερος απ' όσο η ίδια πιστεύει. 

Η Ελένη Σκότη, έχοντας στη φαρέτρα της το αιχμηρό κείμενο του Ιρλανδού συγγραφέα, πλάθει με φροντίδα και προσήλωση στη λεπτομέρεια, τους ακραίους χαρακτήρες της ιρλανδέζικης ηθογραφίας, εικονοποιώντας την πνιγηρή ατμόσφαιρα της επαρχιακής πόλης, περασμένης στα ενδότερα μιας οικογένειας που κυριολεκτικά σφάζεται, διατηρώντας στο ακέραιο μία θέαση τεντωμένου σχοινιού. Ξεκλειδώνει τους κώδικες του in yer-face theatre, εκμηδενίζοντας την εύκολη ετυμηγορία του κοινού για τις ακραίες στάσεις και συμπεριφορές των ηρωίδων του έργου. 

Και σ' αυτό το σημείο έγκειται η δυναμική του έργου. Αυτή η αδιάλειπτη επανεκχώρηση του ελέους, είναι η καλύτερη απεικόνιση του θανάσιμου αλληλοσπαραγμού μάνας και κόρης, αφού ο θεατής δυσκολεύεται να επιρρίψει ευθύνες και τυχόν ελαφρυντικά σε μια από τις δύο γυναίκες, καθώς οι ρόλοι τους εναλλάσσονται διαρκώς. Ποια φταίει; Η βιτριολική γερόντισσα μάνα που λυσσάει για επιβίωση, κάνοντας την κόρη της δούλα ή η διασαλευμένη κόρη που νιώθει εγκλωβισμένη στη συμβατική της υποχρέωση να υπηρετεί την μητέρα της, κλεισμένη στο κλουβί και βουτηγμένη στην απόγνωση;

Το νατουραλιστικό σκηνικό σύμπαν του Γιώργου Χατζηνικολάου, απεικονίζει εύστοχα το αρρωστημένο καταφύγιο της Μαγκ και την φυλακή ισόβιας κάθειρξης της Μωρήν, ένα μίζερο δηλαδή σπίτι χωρίς ψυχή. Οι ενδυματολογικές επιλογές του ίδιου, εναρμονίζονται πλήρως με τον χωροχρόνο. 

Η υποχθόνια ατμόσφαιρα ενισχύεται από το ηχητικό μοτίβο που επιμελείται ο Στέλιος Γιαννουλάκης. Το βάσανο της ψυχής των ηρώων φωτίζεται απροκάλυπτα από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο

Η διανομή των ηθοποιών, καίρια και άκρως επιτυχημένη, με εύγλωττες και ολοκληρωμένες σκηνικές αποδόσεις που κερδίζουν τις εντυπώσεις. 

Η πολύπειρη Σοφία Σεϊρλή καθηλώνει με το ανεξάντλητο υποκριτικό της μεγαλείο και την πλούσια θεατρική της γνώση, υφαίνοντας ατάκα την ατάκα, μορφασμό τον μορφασμό, ανάσα την ανάσα κάθε πτυχή της ηρωίδας που ενσαρκώνει. Με σπάνιο υποκριτικό αυτοέλεγχο, σμιλεύει τη Μαγκ με  ιδιαίτερους χρωματισμούς και στοιχεία ιδιοτροπίας. 

Η προικισμένη Αγορίτσα Οικονόμου, ενστικτώδης, αλλοπρόσαλλη, εύθραστη, επικίνδυνη σαν μαινάδα, διχασμένη μεταξύ πραγματικότητας και ουτοπίας, μοιάζει να ξεπηδά από τις σελίδες του κειμένου σ' ένα αφειδώλευτα ψυχοσωματικό τσαλάκωμα επί σκηνής. Το διψασμένο,  “εξεγερμένο” κορμί της Μωρήν σκιαγραφεί με πιστότητα το αδιέξοδο και τον πανικό μιας γυναίκας που παρατηρεί τη ζωή της να γλυστράει μέσα από τα χέρια της, δίχως να προλάβει να τη γευτεί. Αξιοπρόσεχτη ερμηνεία, υπόδειγμα εκφραστικής και ρυθμικής αρτιότητας. 

Ο χαρισματικός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος σκιτσάρει την προσωπικότητα του αμήχανου Ιρλανδού μετανάστη Πάτο Ντούλυ, με σκηνική προσήνεια, ευαισθησία και αβρότητα. Ο άσφαιρος εραστής της Μωρήν, ονειρεύεται και διεκδικεί μία καλύτερη ζωή εκτός πατρίδας.

Ο φέρελπις Γιώργος Κατσής υποδύεται με αυθορμητισμό, ευθυβολία και σκηνική αυτοτέλεια τον αθυρόστομο Ρέη, ένα απολαυστικό χωριατόπαιδο που πηγαινοέρχεται στο σπίτι των γυναικών με τον αέρα, το ύφος και το νεύρο του επαναστάτη εφήβου. 

«Η Βασίλισσα ης Ομορφιάς» είναι ένα τελετουργικά σκληρό παιχνίδι αλληλοεξόντωσης, μέσα σε μια κανιβαλική συγκατοίκηση. Απαιτεί μεγάλα αποθέματα ψυχικής και σωματικής αντοχής. Δύο γυναίκες αλληλοσπαράσσονται με όλους τους δυνατούς τρόπους και δυο αμήχανοι άντρες προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις αρνητικές δυνάμεις που διαχέονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα συνεχών αντιπαραθέσεων. Ο συγγραφέας μίλησε, η σκηνοθέτης δίδαξε, ο θίασος βίωσε, ο θεατής έκρινε. Το αποτέλεσμα μοναδικό για μία παράσταση με θετικό πρόσημο.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.