«ΑΡΧΙΜΑΣΤΟΡΑΣ ΣΟΛΝΕΣ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Παρασκευή, 16/01/2026 21:12
Το «Αρχιμάστορας Σόλνες», του Ίψεν, μιλάει για την ύβρη της εξουσίας, την ενοχή, τον φόβο της παρακμής και την αναπόφευκτη πτώση. Ένα έργο που απαιτεί τόλμη και ρήξεις. Στην παράσταση του Γιώργου Σκεύα, όμως, το ρίσκο μοιάζει να αποφεύγεται συστηματικά, οδηγώντας σε ένα ανέβασμα υπαρξιακά φορτισμένο, αλλά δραματουργικά αποδυναμωμένο.
Η σκηνοθετική του πρόθεση είναι σαφής: απογύμνωση του μύθου του μεγάλου δημιουργού και ανάδειξη της εξουσίας του ως αποτέλεσμα βαθιάς παθολογίας. Ωστόσο, αυτή η πρόθεση συχνά εγκλωβίζεται σε έναν επιτηδευμένο σκοτεινό συμβολισμό, που περισσότερο υπογραμμίζει παρά αποκαλύπτει.
Ο σκηνοθέτης μεταχειρίζεται το κείμενο του Ίψεν ως υπαρξιακή αλληγορία, απορρίπτοντας τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το πρόβλημα δεν είναι η επιλογή, αλλά η μονότονη επιμονή της, που σε στιγμές αφαιρεί την δραματική πολυφωνία από το έργο. Όλα δείχνουν να περιστρέφονται γύρω από έναν άξονα ενοχής και φόβου, χωρίς τις απαραίτητες ρωγμές που θα επέτρεπαν στο έργο να αναπνεύσει.
Οι συμβολισμοί του ύψους, της δημιουργίας και της πτώσης παρουσιάζονται με θεωρητική καθαρότητα, αλλά χωρίς σκηνικό ρίσκο. Αντί να λειτουργούν υπόγεια, επιβάλλονται ως σκηνοθετικά τρικ, οδηγώντας τον θεατή σε προδιαγεγραμμένα συμπεράσματα. Η παράσταση μοιάζει να φοβάται την ίδια της τη θεματική: την υπέρβαση. Το αποτέλεσμα είναι μια ανάγνωση εσωστρεφής, που στέκεται περισσότερο ως διανοητική άσκηση παρά ως ζωντανό δράμα. Εδώ, ο Σόλνες είναι εξαρχής καταδικασμένος. Δεν τον βλέπουμε να φτάνει στην πτώση· τον συναντάμε ήδη πεσμένο. Ο φόβος, η ενοχή, η παρακμή του μεγάλου δημιουργού παρουσιάζονται όχι ως ερωτήματα αλλά ως δεδομένα. Η σκηνοθεσία δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας για το αν ο ήρωας είναι θύμα, θύτης ή απλώς ένας άνθρωπος που φοβάται την εκτόπιση από το «νέο αίμα». Δεν υπάρχει διαδρομή, αλλά διάγνωση. Όλα σε ευθεία γραμμή. Καμία ανατροπή. Καμία ειρωνεία. Καμία στιγμή που να αναρωτηθώ αν ο Σόλνες ίσως υπερβάλλει, αν ίσως αυτοκατασκευάζει την τραγωδία του. Εδώ η τραγωδία είναι έτοιμη, πακεταρισμένη, αδιαπραγμάτευτη. Και αυτό, για μένα, ακυρώνει την ουσία του κειμένου, που πάντα αφήνει τον θεατή να αιωρείται ανάμεσα στην ενοχή και την αυταπάτη.
Επιπλέον, η Χίλντα -η ενσάρκωση του απωθημένου και της επιθυμίας- αντιμετωπίζεται περισσότερο ως σύμβολο παρά ως ανθρώπινη παρουσία, γεγονός που ενισχύει τον μεταφυσικό τόνο, αλλά περιορίζει τη δραματική της επικινδυνότητα.
Ο Άρης Λεμπεσόπουλος είναι αναμφίβολα η ραχοκοκαλιά της παράστασης. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω την τεχνική του, αλλά ένιωθα ότι βλέπω έναν «Σόλνες» μονίμως στο ίδιο συναισθηματικό επίπεδο. Θυμωμένος, φοβισμένος, έτοιμος να καταρρεύσει από την αρχή ως το τέλος. Δεν με αιφνιδίασε ποτέ. Και χωρίς αιφνιδιασμό, η πτώση χάνει τη δύναμή της.
Η «κυρία Σόλνες», της Νικολίτσας Ντρίζη, παρουσιάζεται σαν σύμβολο πένθους και τίποτα περισσότερο. Ο «γιατρός Χέρνταλ», του Άγγελου Μπούρα, λειτουργεί ως υποσημείωση. Ο «Κνουτ», του Γιάννη Εγγλέζου, θα έπρεπε να είναι απειλή, αλλά καταλήγει υπενθύμιση.
Οι δύο «Χίλντα» (Γιούλη Γεωργακοπούλου και Ιωάννα Καλλιντσάντση) διαθέτουν σκηνική παρουσία, όμως η σκηνοθεσία τις μετατρέπει περισσότερο σε ιδέα παρά σε πρόσωπο, μειώνοντας την ερωτική και ψυχολογική αμφισημία του ρόλου.
Η Λουίζα Παυλάκη στέκεται αξιοπρεπώς στον ρόλο της «Κάγια», παρόλο που ο ρόλος της είναι δραματουργικά ημιτελής.
Το σκηνικό, αυστηρό και αρχιτεκτονικά φορτισμένο, λειτουργεί ως μια οπτική φυλακή. Τα κοστούμια κινούνται σε μια διαχρονική παλέτα, αποφεύγοντας την σαφή ιστορική τοποθέτηση. Η μουσική επένδυση του Σήμη Τσιλαλή υπογραμμίζει την αγωνία και το μεταφυσικό υπόστρωμα του έργου και οι φωτισμοί του Χρήστου Τσιόγκα λειτουργούν υποβλητικά.
Εν κατακλείδι, η παράσταση διαθέτει αισθητική ταυτότητα και φιλοσοφική φιλοδοξία, αλλά διέπεται από σκηνοθετική ακαμψία. Επενδύει τόσο πολύ στο σκοτάδι, που τελικά ξεχνά να φωτίσει τις ανθρώπινες αντιφάσεις. Φεύγοντας από την παράσταση, δεν ένιωσα ότι είχα παρακολουθήσει έναν άνθρωπο να ισορροπεί στο χείλος της πτώσης.


