«CARCOMA» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«CARCOMA» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Τοίχοι ποτισμένοι με σιωπές και αίμα. Πόρτες που τρίζουν. Σώματα που κληρονόμησαν τον φόβο. Η βία περνάει από γενιά σε γενιά. Ένα σπίτι καταραμένο. Μία γιαγιά. Μία εγγονή. Κι ανάμεσά τους οι νεκροί που δεν «έφυγαν» ποτέ. Σε τούτο το σπίτι, οι φωνές των γυναικών δεν σβήνουν. Γίνονται ψίθυροι, ανάσες, σκιές. Γίνονται ρίζες που απλώνονται κάτω από τη γη, αόρατες αλλά ανυπότακτες. Γίνονται μνήμη. Και η μνήμη, όταν δεν βρίσκει δικαιοσύνη, επιστρέφει ως φάντασμα κι ανοίγει μικρές τρύπες στο δέρμα του χρόνου. Κι εκεί, όπου το μάτι δεν φτάνει, το σαράκι εργάζεται ακούραστα. Δεν τρώει μονάχα δοκάρια, έπιπλα, πατώματα. Γίνεται ο χρόνος που επιμένει, η ιστορία που αρνείται να θαφτεί, η δικαιοσύνη που σκαλίζει αργά το ξύλο μέχρι να ακουστεί ο κρότος της κατάρρευσης. Εκεί, όπου το παρελθόν δεν στοιχειώνει απλώς το παρόν, το επισκιάζει, το κατοικεί. Τούτο το σπίτι δεν είναι καταφύγιο. Είναι σώμα φτιαγμένο από μνήμη, είναι πληγή, είναι μνημείο όσων δεν ειπώθηκαν, είναι υπόγειο ποτάμι που κάποτε θα ξεχειλίσει. Στο τέλος δεν μένει μόνο ο τρόμος. Μένει η βεβαιότητα ότι οι φωνές που θάφτηκαν κάτω από πατώματα, κάτω από σιωπές, κάτω από αιώνες εξουσίας, βρίσκουν πάντα έναν τρόπο να επιστρέφουν για εκδίκηση...
          Η συγγραφέας Λάιλα Μαρτίνεθ γράφει το «Σαράκι», μια ιστορία για την οικογένεια και την κληρονομιά της, για τις ταξικές και έμφυλες ανισότητες, για το μίσος, την οργή και την πικρία ως κινητήριο δύναμη για μια εκδίκηση φεμινιστική ενάντια στο ανδρικό φύλο και την ίδια την κοινωνία. Χειμαρρώδης και ωμή στη φόρμα και τη γλώσσα, μα και πολυεπίπεδη στους συμβολισμούς της, αυτή η νουβέλα τρόμου είναι μια σύγχρονη ιστορία μαγισσών, γεμάτη μαγγανείες και ξόρκια, προσευχές και κατάρες, δαιμονόμορφους αγγέλους και στιγματισμένες από βέβηλα αντρικά χέρια, αγίες.
           Εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο σπίτι της ισπανικής υπαίθρου, όπου οι δύο τελευταίες ένοικοι, γιαγιά και εγγονή, ζουν περικυκλωμένες από φαντάσματα, θρύλους και τη βαριά κληρονομιά της βίας που σημάδεψε τις προηγούμενες γενιές γυναικών της οικογένειάς τους. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, εναλλασσόμενη και η καθεμιά τους βάλλει εναντίον της άλλης, διαψεύδοντας τα λεγόμενά της. Και οι δύο έχουν γεννηθεί μέσα στο μίσος και τρέφονται από αυτό.
          Το έργο αφήνει την αίσθηση μιας παλιάς κατάρας που ψιθυρίζεται γύρω από τη φωτιά. Οι φωνές της γιαγιάς και της εγγονής ενώνονται σαν δύο ρεύματα του ίδιου σκοτεινού ποταμού, κουβαλώντας ιστορίες γυναικών που έμαθαν να επιβιώνουν, εκεί όπου η αγάπη και το μίσος έχουν το ίδιο πρόσωπο.
          Το στοιχειωμένο σπίτι γίνεται σύμβολο της πατριαρχίας, της ταξικής καταπίεσης και της ιστορικής μνήμης. Οι τοίχοι του μοιάζουν να απορροφούν το μίσος, τον πόνο και την οργή των γυναικών - θυμάτων που έζησαν εκεί, υπέφεραν και σιώπησαν, μετατρέποντας το υπερφυσικό στοιχείο σε πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Τα φαντάσματα δεν είναι νεκροί που αρνούνται να φύγουν, αλλά οι αδικίες που αρνούνται να ξεχαστούν.
          Άλλωστε, «από αυτό το σπίτι δεν ξεφεύγει κανείς», επαναλαμβάνει η μισότρελη γηραιά γυναίκα στην εγγονή της, για να της υπενθυμίσει την προκαθορισμένη μοίρα της.
          Από την πρώτη στιγμή, η παράσταση «Carcoma» μοιάζει να αναδύεται από κάποιο υπόγειο στρώμα της μνήμης. Σαν μια παλιά προσευχή που ξέχασε ο χρόνος. Σαν ένα τραγούδι που ψιθυρίζεται από στόματα που έχουν πια χαθεί. Εδώ το παρελθόν δεν είναι ανάμνηση. Είναι μια ζωντανή παρουσία που περιφέρεται ανάμεσα στα σώματα, γαντζώνεται στα αντικείμενα και τρυπώνει στις χαραμάδες του φωτός.
          Η σκηνοθέτις Αλεξία Παραμυθά στήνει μια τελετουργία ανάκλησης, επενδύοντας στη σωματικότητα και τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας κλειστοφοβικής. Με ακρίβεια και ευαισθησία αφήνει τους χαρακτήρες να αναδυθούν μέσα από τις σκιές τους, μετατρέποντας τη σκηνή σε τόπο συνάντησης των ζωντανών με όσους δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά. Οι χρονικές μετατοπίσεις και η συνύπαρξη ρεαλισμού και φανταστικού δημιουργούν ένα σκηνικό σύμπαν, όπου το παρελθόν και το παρόν αλληλοδιεισδύουν.
          Οι ερμηνείες, άκρως, εντυπωσιακές με μια υπόγεια ένταση, σαν να κουβαλούν βάρη αιώνων. Τα σώματα συσπώνται, αντιστέκονται, θυμούνται. Οι λέξεις γίνονται εξομολογήσεις και οι σιωπές αποκτούν τη δική τους δραματουργική βαρύτητα.
          Η Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου και η Ανδρομάχη Μπάρδη επωμίζονται με σθένος το μεγαλύτερο βάρος ως οι δύο αφηγήτριες του έργου. Οι χαρακτήρες τους δεν λειτουργούν μόνο ως πρόσωπα, αλλά και ως φορείς μνήμης, εκπροσωπώντας ολόκληρες γενιές γυναικών. Δίπλα τους, ο γυναικείος θίασος (Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη και Έλμα Βλαστοπούλου) σαν χορός σκιών, που δεν βρήκαν ποτέ δικαίωση, συγκροτεί ένα εύπλαστο πολυφωνικό σύνολο της συλλογικής γυναικείας εμπειρίας.
          Πνοή της παράστασης, το εμπνευσμένο σκηνικό τοπίο του Αριστοτέλη Αρμάντο Μέμα, τα ενδεικτικά κοστούμια της Ερνέστα Χατζηλεμονίδου και οι υπαινικτικοί φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα.
          Η άψογα εκτελεσμένη μουσική επί σκηνής από τον Χρήστο Παπαδόπουλο και οι φωνητικές συνθέσεις της Chryssa Dom δημιουργούν ένα ηχητικό περιβάλλον που θυμίζει τελετουργία, σαν απόηχοι ενός παρελθόντος που αρνείται να σβήσει.
          Ό,τι έσκαψε το σαράκι στη μνήμη, άνοιξε δρόμο στην ανάσα. «Carcoma», ένα σκοτεινό και σαγηνευτικό παραμύθι!


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.