«CLEANSED» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«CLEANSED» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (14 ψήφοι)

          Το Cleansed της Σάρα Κέιν δεν είναι εύκολη παράσταση και ο Δημήτρης Καραντζάς δεν επιχειρεί στιγμή να την «εξημερώσει». Αντίθετα, παραδίδει μια σκηνοθετικά αυστηρή, αισθητικά ελεγχόμενη και συναισθηματικά ανελέητη ανάγνωση, που δεν αποσκοπεί στο σοκ, αλλά στην αργή, επίμονη φθορά του θεατή. Το έργο αντιμετωπίζεται ως μια σκληρή αλληγορία για την αγάπη, την εξουσία και την αποσύνθεση της ανθρώπινης ταυτότητας, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτου ελέγχου. Η «κάθαρση» του τίτλου δεν λυτρώνει, συντρίβει. Και ακριβώς εκεί, μέσα στα ερείπια, επιμένει η ανάγκη για αγάπη.
          Εδώ, η Σάρα Κέιν μεταφράζεται σε ένα σκηνικό σύμπαν απόλυτου ελέγχου, όπου το σώμα γίνεται το κύριο πεδίο εγγραφής της εξουσίας και η αγάπη επιμένει όχι ως λύτρωση, αλλά ως έσχατο, σχεδόν παράλογο αντανακλαστικό.
          Σε μια αναπόφευκτη σύγκριση με την ιστορική παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή στο Θέατρο Ροές το 2001, γίνεται σαφές ότι οι δύο προσεγγίσεις βρίσκονται σχεδόν σε αντίθετους πόλους. Εκεί, όπου ο Βογιατζής αντιμετώπισε το Cleansed ως ένα σκληρό, αλλά κατεξοχήν διανοητικό κείμενο, με απόλυτη προσήλωση στον λόγο, ο Καραντζάς επιλέγει να αφαιρέσει σχεδόν κάθε διανοητικό «δίχτυ ασφαλείας». Το έργο δεν αναλύεται, απλώς επιβάλλεται.
          Αυτή η επιλογή είναι και η μεγάλη αρετή της παράστασης. Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει μία σπάνιας έντασης σκηνική εμπειρία, που αφήνει χώρο για να αναδυθούν ρωγμές. Τα σώματα των ηθοποιών λειτουργούν ως πεδία βίας, ελέγχου και απώλειας, ενώ ο αποστειρωμένος σκηνικός χώρος και οι ψυχροί φωτισμοί συνθέτουν έναν κόσμο, όπου η εξουσία δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί. Η παράσταση είναι συνεπής, αυστηρή, αμείλικτη και άκρως συμβολική.
          Ο χώρος - ένα υβρίδιο στρατοπέδου(;), ιδρύματος(;), εργαστηρίου(;) - δεν είναι τόπος τιμωρίας, αλλά «κάθαρσης». Όχι με την αριστοτελική έννοια, αλλά ως βίαιη διαγραφή της απόκλισης. Ό,τι δεν συμμορφώνεται, ακρωτηριάζεται. Στο Cleansed, η εξουσία δεν ενδιαφέρεται να διορθώσει, αλλά να ομογενοποιήσει. Το σώμα αποδομείται για να γίνει ξανά αποδεκτό. Ο έρωτας, η επιθυμία, η διαφορετικότητα αντιμετωπίζονται ως ασθένειες προς «θεραπεία». Ο ακρωτηριασμός, κεντρικό μοτίβο του έργου, δεν είναι πράξη εκδίκησης, δεν είναι απλώς βία. Είναι συμβολική πράξη διαγραφής της ταυτότητας. Όσο λιγότερο σώμα απομένει, τόσο πιο «καθαρός» γίνεται ο χαρακτήρας για το σύστημα που τον ελέγχει. Κι εδώ η παράσταση αποκτά την πιο πολιτική της διάσταση. Το Cleansed μιλάει για κάθε κοινωνία που απαιτεί συμμόρφωση στο όνομα της τάξης, της κανονικότητας, της υγείας. Είναι η στιγμή που το κράτος, το ίδρυμα, το σύστημα αποφασίζει ποιο σώμα δικαιούται να υπάρχει και σε ποια μορφή.
          Όμως, το Cleansed δεν είναι μόνο ένα έργο για τη βία. Μιλάει για την επιμονή της αγάπης μέσα στην απόλυτη συντριβή. Η Κέιν δεν γράφει για να αποδείξει ότι η αγάπη πεθαίνει - γράφει για να δείξει ότι επιβιώνει, ακόμη κι όταν έχει χάσει κάθε ζωτική μορφή.
          Η παράσταση διαβάζει το Cleansed ως έναν τόπο «κάθαρσης» που δεν λυτρώνει, αλλά απογυμνώνει. Η βία δεν παρουσιάζεται μόνο ως σωματική πράξη, αλλά ως μηχανισμός διαγραφής της ταυτότητας. Ο έρωτας, αντίθετα, λειτουργεί ως η μόνη μορφή αντίστασης: εύθραυστη, συχνά παραμορφωμένη, αλλά επίμονη. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να περνούν από μια τελετουργική δοκιμασία, όπου η απώλεια του σώματος οδηγεί σε μια απελπισμένη επιβεβαίωση της αγάπης.
          Ο Δημήτρης Καραντζάς προσεγγίζει το έργο με πειθαρχία και βαθύ σεβασμό στη σκοτεινή του ποιητικότητα. Αποφεύγει τον εύκολο ρεαλισμό και χτίζει έναν σκηνικό κόσμο σχεδόν μεταφυσικό, όπου ο χρόνος και ο τόπος μοιάζουν ρευστά. Η σκηνοθεσία δίνει έμφαση στη σιωπή, στη διάρκεια και στην επανάληψη, δημιουργώντας μία αίσθηση εγκλωβισμού που διαπερνά τον θεατή. Τα σώματα των ηθοποιών δεν είναι φορείς ψυχολογίας, αλλά υλικό προς δοκιμή, προς καταστροφή, προς ανασύνθεση. Ο έρωτας - ετερόφυλος, ομόφυλος, αδελφικός - παρουσιάζεται ως η μόνη δύναμη που αρνείται να υπακούσει στη λογική της «κάθαρσης». Για αυτό και τιμωρείται. Η βία δεν κραυγάζει· υπάρχει υπόγεια, σχεδόν ψυχρή, και για αυτό πιο απειλητική.
          Η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου είναι ωμή χωρίς εκπτώσεις και δεν επιδιώκει την ευκολία πρόσληψης, αλλά την πιστότητα στο τραύμα του κειμένου.
          Το ευφυές σκηνικό της Εύας Μανιδάκη (υπέροχος ο κήπος! σαν άλλος κήπος της Εδέμ) και οι εξαίσιοι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου συνθέτουν έναν αποστειρωμένο, απρόσωπο χώρο εξουσίας, ζωής και θανάτου. Το φως, ψυχρό και κοφτό, συχνά κάθετο, απομονώνει τα σώματα, τα εκθέτει, τα «τιμωρεί». Η αυστηρά χορογραφημένη, σχεδόν μηχανική κίνηση του Τάσου Καραχάλιου, όπου όλοι μοιάζουν να υπακούν σε έναν αόρατο νόμο, χάνοντας σταδιακά την αυτονομία τους, λειτουργεί άψογα. Θα θυμάμαι πάντα την σκηνή, όπου η Γκρέις και ο Γκράχαμ χορεύουν ακατάπαυστα μέχρι να ενωθούν για πάντα. Υποστηρικτικά και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη. Η άρτια μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη δεν «σχολιάζει» συναισθηματικά τις σκηνές, αλλά λειτουργεί υποδόρια, δημιουργώντας μία συνεχή κατάσταση έντασης. Η επιλογή αυτή ενισχύει τη σκληρότητα της εμπειρίας, χωρίς να χειραγωγεί τον θεατή.
          Οι ερμηνείες κινούνται σε υψηλό επίπεδο σωματικής και ψυχικής έκθεσης. Το σύνολο είναι εντυπωσιακά συνεκτικό, αλλά και συνειδητά ασφυκτικό.
          Ο Χρήστος Λούλης ως «Τίνκερ» ξεχωρίζει, ενσαρκώνοντας την εξουσία με τρομακτική νηφαλιότητα. Η απουσία εξάρσεων καθιστά τον χαρακτήρα του βαθιά απειλητικό. Κανείς δεν ξεφεύγει από τα χέρια του και κανείς δεν ανασαίνει πραγματικά…
         Η Μαίρη Μηνά εντυπωσιάζει με τη σωματική της ακρίβεια και τη λιτότητα της ερμηνείας της. Είναι σπαραχτική στον ρόλο της «Γκρέις».
          Ο Δημήτρης Καπουράνης είναι ο «Γκράχαμ» που κινείται ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα, αποφεύγοντας τις εύκολες συγκινήσεις.
          Το δίδυμο «Ροντ» και «Καρλ» των Γιώργου Ζυγούρη και Νικολάκη Ζεγκίνογλου, αντίστοιχα, λειτούργησε άρτια ως μέρος ενός δεμένου συνόλου, ενισχύοντας την αίσθηση ενός συλλογικού εφιάλτη χωρίς «πρωταγωνιστές».
          Η Νατάσα Εξηνταβελώνη προσδίδει εύθραυστη ένταση και συναισθηματικό βάθος στη «Γυναίκα».
          Αφήνω στο τέλος, τον Θανάση Ραφτόπουλο που υποδύεται τον καλοκάγαθο «Ρόμπιν», ο οποίος ψάχνει και ζητά να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Η ερμηνεία του, δουλεμένη στον πόντο, ακόμα με στοιχειώνει.
          Το Cleansed του Δημήτρη Καραντζά είναι μια παράσταση απαιτητική, σκοτεινή και βαθιά πολιτική. Δεν επιδιώκει να σοκάρει, αλλά να εκθέσει. Μέσα από αυστηρή αισθητική, δυνατές ερμηνείες και μια σκηνοθεσία υψηλής πειθαρχίας, μετατρέπει το έργο της Σάρα Κέιν σε μια εμπειρία στοχασμού πάνω στην αγάπη, τη βία και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
          Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η παράσταση είναι «καλή» ή «κακή». Είναι αν συμφωνεί κανείς με τη βασική της θέση: ότι το θέατρο του σήμερα οφείλει να βιώνεται. Το Cleansed του Καραντζά απαντά καταφατικά, με όραμα και συνέπεια. Σε μια εποχή όπου το θέατρο συχνά φοβάται να πάρει θέση, αυτή η παράσταση τολμά. Ακόμη κι αν, στην πορεία, αφήνει πίσω της ερωτηματικά…

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.