ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΛΕΨΕ ΤΗ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Πέμπτη, 22/01/2026 23:47
Υπάρχουν έργα που δεν επιδιώκουν να αφηγηθούν, απλώς, μια ιστορία, αλλά να φωτίσουν μια εσωτερική κατάσταση. Το «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» σε διασκευή και σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου ανήκει σε αυτή την κατηγορία: μία ιδιαίτερη θεατρική εμπειρία υπαρξιακή, σκοτεινή και ταυτόχρονα ποιητική, που επικεντρώνεται σε θέματα επιβολής και υλισμού, στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής και στο τίμημα της ελευθερίας.
Βασίζεται στο πρωτότυπο έργο του Γκέοργκ Κάιζερ, με τίτλο "Von morgens bis mitternachts" («Από το πρωί ως τα μεσάνυχτα»), το οποίο αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου και εστιάζει στην υπαρξιακή κρίση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε μία μόνο μέρα.
Ο τίτλος λειτουργεί ήδη ως κλειδί ανάγνωσης: η «μέρα» είναι το φως, η ζωή, η δυνατότητα, ενώ η «νύχτα» αντικατοπτρίζει το κόστος, την ενοχή, τη μοναξιά. Το έργο πραγματεύεται την ανθρώπινη ανάγκη να αρπάξει κανείς κάτι από τον χρόνο, από τη ζωή, ακόμη κι αν γνωρίζει πως θα το πληρώσει αργότερα. Πρόκειται για μια αλληγορία πάνω στην επιλογή και στις συνέπειές της, πάνω στο πώς κάθε απόπειρα υπέρβασης κουβαλά μέσα της τον σπόρο της απώλειας.
Κεντρικός ήρωας του Κάιζερ είναι ένας ταμίας τράπεζας χωρίς όνομα, γρανάζι ενός απρόσωπου συστήματος και παγιδευμένος στη μηχανική του καθημερινότητα. Μια απροσδόκητη συνάντηση με μια μυστηριώδη Ιταλίδα τον οδηγεί σε ρήξη με τη ρουτίνα της ζωής του. Κλέβει χρήματα από το ταμείο της τράπεζας, εγκαταλείπει την οικογένειά του και ξεκινά μια αστική οδύσσεια, αναζητώντας νόημα, αυθεντικότητα και ελευθερία. Ωστόσο, όλες οι εμπειρίες του (έρωτας, διασκέδαση, τέχνη, θρησκεία) αποδεικνύονται μάταιες και κενές, καθώς συνειδητοποιεί ότι ο υλικός πλούτος δεν μπορεί να του προσφέρει την πραγματική ευτυχία ή την λύτρωση που ποθεί. Έτσι, οδηγείται σε μια πορεία αυτοκαταστροφής που θυμίζει αντι-ηρωικό προσκύνημα, πληρώνοντας το τίμημα με τη «νύχτα» - δηλαδή με θάνατο.
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος προσεγγίζει το έργο με γνώριμη σκηνοθετική ακρίβεια και βαθιά εμπιστοσύνη στο κείμενο και στους ηθοποιούς, προκαλώντας τον θεατή να παραμείνει παρών και ενεργός. Πρόκειται για ένα παλλόμενο έργο με έντονη εξπρεσιονιστική αισθητική και με ορμητική θεατρική ζωντάνια, όπου το υπόγειο συναίσθημα αναδύεται σταδιακά. Η πλοκή ξετυλίγεται σε μια σειρά από αποσπασματικές και συμβολικές σκηνές, οι οποίες αναδεικνύουν την δριμεία κριτική του Κάιζερ στην καπιταλιστική κοινωνία, όπου οι άνθρωποι είναι μικρές, κινούμενες φιγούρες παγιδευμένες στην απρόσωπη ρουτίνα και στην αναζήτηση του κέρδους.
Η τράπεζα αποδίδεται ως χώρος μηχανικής αλλοτρίωσης, ενώ η συνάντηση με την Ιταλίδα λειτουργεί ως στιγμή αφύπνισης του ήρωα. Η κλοπή των χρημάτων και η αποτυχία της οικογένειας, της διασκέδασης, του πορνείου και της θρησκείας να προσφέρουν λύτρωση, παρουσιάζονται σκηνικά με υπερβολή και ρυθμό, τονίζοντας τη ματαιότητα των κοινωνικών θεσμών. Η δράση είναι η εξωτερίκευση του εσωτερικού του χάους. Καμία σκηνή δεν προσφέρει λύτρωση. Κάθε σταθμός επιβεβαιώνει τη ματαιότητα της αναζήτησης νοήματος. Ο χρόνος αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, δείχνοντας τη συμπύκνωση μιας ολόκληρης ζωής σε μία ημέρα. Η γλώσσα είναι κοφτή, επιτακτική, συχνά κραυγαλέα. Οι χαρακτήρες του έργου δεν λειτουργούν ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες, αλλά ως σύμβολα κοινωνικών ρόλων και θεσμών.
Το εξαιρετικό σκηνικό σύμπαν (σκηνογραφία, κοστούμια, βιντεοπροβολές, χάρτινες μάσκες) του Βασίλη Παπατσαρούχα συνομιλεί με τη σκηνοθεσία. Τα υποβλητικά φώτα του Νίκου Βλασόπουλου συντελούν στην υπερβατική ατμόσφαιρα. Η καίρια επιμέλεια κίνησης της Ζωής Χατζηαντωνίου και η ενδεικτική μουσική του Δήμου Βρύζα στηρίζουν την συνθήκη.
Ο Ορφέας Αυγουστίδης παραδίδει μία έξοχη ερμηνεία χαμηλών τόνων, αλλά υψηλής ακρίβειας. Ο «Ταμίας» δεν ξεσπά ούτε διεκδικεί τη συμπάθεια του θεατή. Αντιθέτως, διαλύεται σταδιακά μέσα από μικρές μετατοπίσεις στο σώμα και το βλέμμα. Η φθορά αυτή αποδίδεται με πειθαρχία και έλεγχο, στοιχεία που ενισχύουν τη δραματική ένταση χωρίς μελοδραματισμούς.
Η Ευγενία Σαμάρα καλείται να ενσαρκώσει μια σειρά από γυναικείες παρουσίες που λειτουργούν περισσότερο ως σύμβολα παρά ως πρόσωπα. Η σκηνοθεσία τη μετατρέπει άλλοτε σε πειρασμό, άλλοτε σε απειλή, άλλοτε σε αντανάκλαση της εσωτερικής αντάρας του πρωταγωνιστή. Με όπλα το σώμα, τη φωνή και τον ρυθμό, η ηθοποιός ανταποκρίνεται με σκηνική ευφυΐα και συνέπεια.
Οι ερμηνείες των υπόλοιπων ηθοποιών (Βαλεντίνος Κόκκινος, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος και Γιάννης Σαμψαλάκης) συγκροτούν έναν καλοκουρδισμένο ερμηνευτικά συνεκτικό σύνολο, όπου η ατομική παρουσία του καθενός υπηρετεί με συνέπεια τη συλλογική δραματουργική πρόθεση.
Το «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» δεν είναι παράσταση για όλους και δεν προσποιείται πως είναι. Απευθύνεται σε θεατές που αποδέχονται το σκοτάδι ως μέρος της θέασης, που δεν ζητούν απαντήσεις, αλλά αντέχουν τις ερωτήσεις. Ο Μοσχόπουλος δείχνει για ακόμη μία φορά την εμμονή του σε ένα θέατρο που δεν καθησυχάζει τον νου, αλλά τον κρατά σε διαρκή εγρήγορση. Η παράσταση δεν «οδηγεί» το συναίσθημα, το αφήνει να αναδυθεί μόνο του. Η ημέρα κλείνει όπως άνοιξε: με αδιέξοδο…


