«Η ΠΟΛΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«Η ΠΟΛΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (25 ψήφοι)

          Ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετεί το μονόπρακτο έργο «Η ΠΟΛΗ», μέρος της θρυλικής Τριλογίας της Λούλας Αναγνωστάκη («Η Διανυκτέρευση», «Η Πόλη», «Η Παρέλαση»), που πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν», το 1965.
          Ένα προφητικό έργο που μιλάει για το σπαρακτικό τραύμα ενός νοσηρού κόσμου. Την εποχή που γράφτηκε, η Ελλάδα βρισκόταν προ των πυλών της δικτατορίας. Τώρα, βιώνουμε στο πετσί μας, εκτός από την κοινωνικοπολιτική ρευστότητα, την οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, μία ανεξέλεγκτη πανδημία και έναν πόλεμο. Η ανθρωπότητα, δυστυχώς, αιμορραγεί και παρακμάζει.
          Το κέντρο της δραματουργίας του έργου είναι ο άνθρωπος και η ανάγκη του να υπάρχει ελεύθερος, να νιώθει πως έχει ακόμα τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του, να ξαναβρεί τον προσανατολισμό του. Οι ήρωες, θύτες και θύματα με προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα, μπλεγμένοι στα γρανάζια συνεχών διαψεύσεων και ματαιώσεων, ξερνούν το υπαρξιακό τους κενό σε πόλεις που έχουν ήδη φθαρεί και παρέχουν μόνο φόβο, δυστυχία, μοναξιά, απομόνωση, βία, απελπισία. Μετέωρα όντα, ρισκάρουν μάταια στον κόσμο του φαίνεσθαι, χωρίς καμία δικαίωση. Με επίμονο και επίπονο αγώνα συνεχίζουν να πορεύονται σε σκοτεινά μονοπάτια.
          Η λύση του δράματος έρχεται με βίαιο τρόπο, δεν υπάρχει «happy end» στο φινάλε. Αυτό το ατέρμονο παιχνίδι, μεταξύ ζωής και θανάτου, αλήθειας και ψευδαίσθησης, ωμότητας και ποίησης, συνεχίζεται χωρίς ανάσα. Κι όμως, ο θεατής δε νιώθει εγκλωβισμένος, γιατί τα βασικά υλικά της δραματουργίας της Αναγνωστάκη είναι η αλήθεια, η αξιοπρέπεια και η δύναμη ψυχής. Στοιχεία που την καθιστούν βαθιά ανθρώπινη, αρχετυπική, οικουμενική.
          H συγγραφέας υφαίνει μία άγρια, πολιτική φάρσα. Ο Κίμων και η Ελισάβετ πασχίζουν να συναντήσουν τη ζωή σε λάθος πόλεις. Οι εραστές-κυνηγοί αναζητούν, κάθε φορά, ένα ανυποψίαστο θύμα και αμέσως ξεκινά ένα σαδιστικό παιχνίδι ταπείνωσης. Αυτή τη φορά, στα χέρια τους θα πέσει ένας ιδιόμορφος φωτογράφος, που απαθανατίζει ανθρώπους που προσποιούνται τους πεθαμένους. Ο φωτογράφος, που ξορκίζει τον θάνατο με την αναπαράστασή του, θα πέσει ο ίδιος θύμα της μηχανής του.
          Η σκηνοθεσία του Φεζολλάρι αποτυπώνει εύστοχα τη δυσοίωνη πόλη με τις αρρωστημένες φαντασιώσεις και τα παιχνίδια θανάτου. Σεβόμενος το ύφος του κειμένου και με αρωγό τη δραματουργία της Ναταλί Μηνιώτη, χτίζει μαεστρικά μία έκρυθμη, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα απειλητικής αβεβαιότητας και εστιάζει στα ζητήματα που θίγει η Αναγνωστάκη. Το κινηματογραφικό ύφος στις σκηνικές δράσεις, οι πετυχημένες μουσικές επιλογές και οι πολεμικές ιαχές, το εύστοχο σκηνικό τοπίο και τα κοστούμια δημιουργούν ένα δυστοπικό μίγμα, εναρμονισμένο στην αισθητική κατεύθυνση της σκηνοθετικής οπτικής.
          Το πεδίο της ...μάχης, το στήνει ρεαλιστικά ο Γιώργος Λυντζέρης, στο υπόγειο του «Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης».
          Οι ενδυματολογικές επιλογές, της Μάγδας Καλορίτη, συνάδουν με το πνεύμα του έργου και το ύφος της παράστασης.
          Η Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου φωτοσκιάζει εξαιρετικά τα γκρο πλαν των ηρώων και δημιουργεί τις ενδιαφέρουσες υποφωτισμένες σκηνές της συνθήκης.
          Η διανομή των ηθοποιών καίρια και επιτυχής.
          Η Βάνα Πεφάνη στην καλύτερη στιγμή της, ως «Ελισάβετ». Με πλούσια σκηνική διαφάνεια και έντονη εσωτερικότητα πλαστουργεί κάθε πτυχή της αινιγματικής ηρωίδας της. Έξυπνο σκηνοθετικό σχόλιο, η ηθοποιός να ενσαρκώνει, σε ανύποπτες στιγμές, την ίδια τη συγγραφέα, φορώντας μία περούκα και γυαλιά ηλίου· η Αναγνωστάκη, παρούσα, να κλείνει το μάτι σαρκαστικά…
          Alter ego της, ο Βασίλης Αφεντούλης, σε μία τίμια ερμηνεία, ως στωικός «Κίμων».
          Εξαιρετικός αποδεικνύεται ο Ένκε Φεζολλάρι, στον απαιτητικό ρόλο του δυστυχισμένου φωτογράφου-θύματος του ζευγαριού, με μια συγκινησιακά φορτισμένη υπόκριση. Ο μοναχικός φωτογράφος, διάσημος για τα μακάβρια στιγμιότυπα που σκηνοθετεί κατά παραγγελία των πελατών του, πλανάται πλάνην οικτρά αν νομίζει ότι θα βρει σανίδα σωτηρίας στο σπίτι των «φίλων» του.
          Σε δεύτερη διανομή ο συγκεκριμένος ρόλος αποδίδεται από τον Δημήτρη Μπούρα.
          Είδα την «Πόλη» να καίγεται παραδομένη στις φλόγες και την παράσταση να εκπληρώνει όλες τις υποσχέσεις της. Αν και το έργο φλέγεται από μνήμη, τραύμα, αποξένωση, μοναξιά, πόνο, σπαραγμό, αδηφάγο παιχνίδι, φυγή, εντούτοις κατορθώνει μέσα από τις στάχτες της να θεραπεύσει τις πληγές. Και αυτό είναι σπουδαίο!


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.