«ΚΟΥΚΛΙΤΣΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΚΟΥΚΛΙΤΣΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Χριστούγεννα και το σπίτι του Τόρβαλντ και της Νόρας μοιάζει γαλήνιο. Πίσω από την κλειστή πόρτα και τα μισάνοιχτα παράθυρα, εκείνος κάνει μαθηματικούς υπολογισμούς, τα παιδιά παίζουν ξέγνοιαστα - ή μήπως όχι; -, η παραμάνα σκουπίζει κι όλα δείχνουν να κινούνται μέσα σε μια τακτοποιημένη, σχεδόν ειδυλλιακή καθημερινότητα γεμάτη αγάπη. Κι όμως, κάτω από αυτή την ήρεμη επιφάνεια, κάτι πάλλεται ανήσυχα. Μικρά μυστικά, σιωπές που βαραίνουν, βλέμματα που αποφεύγονται. Όλα περιστρέφονται γύρω από το χρήμα και την υποκρισία, η επιθυμία μετατρέπεται σε εμμονή, η χειραγώγηση είναι δεδομένη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βάλλεται ανεπανόρθωτα.
Η Νόρα, η «κουκλίτσα» του σπιτιού, επιστρέφει γεμάτη δώρα, χαμογελά, γελά, χορεύει γύρω από τις απαιτήσεις του συζύγου της, σαν να παίζει έναν ρόλο που της έχει δοθεί από καιρό. Είναι, όμως, πράγματι τόσο ανέμελη όσο φαίνεται ή μήπως πίσω από την παιδικότητά της κρύβεται μία βαθύτερη αγωνία; Καθώς η γιορτινή ατμόσφαιρα γεμίζει το σπίτι με φως και υποσχέσεις, το παρελθόν αρχίζει να διεκδικεί τη θέση του στο παρόν, απειλώντας να διαταράξει την εύθραυστη ισορροπία.

Μέσα απ' αυτή την φαινομενικά απλή καθημερινότητα, ξεδιπλώνεται μία ιστορία για την αλήθεια, την ελευθερία και την ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει τον εαυτό του πέρα από τους ρόλους που του επιβάλλονται. Και τότε, η «κουκλίτσα» ίσως πάψει να είναι απλώς ένα παιχνίδι στα χέρια των άλλων.

Η Μαρία Πανουργιά μάς συστήνει τη δική της ενδιαφέρουσα εκδοχή, βασισμένη στο «A Doll’s House» του Χένρικ Ίψεν, στη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Η μετατόπιση του τίτλου από «Κουκλόσπιτο» σε «Κουκλίτσα», πέραν της τρυφερότητας σε πρώτη φάση, υποδηλώνει σαφέστατα μία ειρωνική και υποτιμητική σμίκρυνση του γυναικείου φύλου. Εδώ, η παράσταση φαίνεται να συνομιλεί με την πατριαρχική αντίληψη, όπου η γυναίκα λειτουργεί ως «αντικείμενο» θέασης και χειρισμού, ως σκεύος ηδονής και διακοσμητικό μπιμπελό, ως αόρατο μέλος της κοινωνίας.

Η σκηνοθέτις διατηρεί τον βασικό κορμό της ιψενικής πλοκής, εστιάζοντας στην ιστορία της Νόρας και στη σταδιακή αποδόμηση της φαινομενικά αρμονικής αστικής της ζωής. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας γάμος που παρουσιάζεται αρχικά ως σταθερός και ευτυχισμένος. Η Νόρα ζει με τον σύζυγό της και τα τρία παιδιά τους σε ένα περιβάλλον άνεσης και κοινωνικής κανονικότητας. Ωστόσο, κάτω από αυτή την επιφάνεια, αποκαλύπτεται ένα κρίσιμο μυστικό: στο παρελθόν, η Νόρα είχε προβεί σε μια παράνομη πράξη—την πλαστογράφηση μιας υπογραφής—προκειμένου να εξασφαλίσει ένα δάνειο που έσωσε τη ζωή του άντρα της. Η πράξη αυτή, αν και κινητοποιημένη από φροντίδα και αγάπη, παραμένει κοινωνικά και νομικά επιλήψιμη.

Η πλοκή πυροδοτείται, όταν το μυστικό αυτό απειλεί να αποκαλυφθεί. Ένα πρόσωπο από το παρελθόν επανέρχεται και χρησιμοποιεί τη γνώση του ως μοχλό πίεσης, θέτοντας τη Νόρα αντιμέτωπη με τον κίνδυνο κοινωνικής έκθεσης και ηθικής καταδίκης. Καθώς η ένταση κλιμακώνεται, η ηρωίδα αναγκάζεται να επανεξετάσει όχι μόνο τις επιλογές της αλλά και τη θέση της μέσα στον γάμο και την κοινωνία.

Η κορύφωση έρχεται όταν η αλήθεια τελικά αποκαλύπτεται. Η αντίδραση του συζύγου της, αντί να είναι συμπονετική ή υποστηρικτική, αναδεικνύει τις βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές αντιλήψεις που διέπουν τη σχέση τους: η Νόρα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως «παιδί» ή «κούκλα» παρά ως αυτόνομο άτομο. Αυτή η στιγμή λειτουργεί ως καταλύτης για μια ριζική μεταστροφή της συνείδησής της.

Στο τέλος, η Νόρα παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει το σπίτι, τον σύζυγο και τα παιδιά της, επιλέγοντας να αναζητήσει την προσωπική της ταυτότητα και αυτονομία έξω από τα περιοριστικά πλαίσια που την όριζαν έως τότε. Η πράξη αυτή δεν παρουσιάζεται απλώς ως φυγή, αλλά ως μια ριζοσπαστική χειρονομία αυτογνωσίας και ρήξης με τις κοινωνικές νόρμες.

Στο σκηνικό σύμπαν της Πανουργιά, υπάρχει κάτι αλλόκοτο, κάτι απόκοσμο, κάτι κρυφό και ύπουλα βίαιο. Οι θεατές παρατηρούν όσα διαδραματίζονται στο εσωτερικό του σπιτιού. Ο καθένας κρυφοκοιτάει μέσα από τα παράθυρα, από διαφορετική οπτική γωνία, η οποία εξαρτάται από τη θέση του. Έτσι, ο καθένας εισπράττει διαφορετικά πράγματα και συναισθήματα, με το πέρας της συνθήκης, γεγονός που την καθιστά πιο βιωματική εμπειρία.

Το σπίτι - φυλακή (σκηνικά: Πουλχερία Τζόβα – Μαρία Πανουργιά) είναι το πνιγηρό περιβάλλον, όπου τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου διαρρηγνύονται. Αντί για έναν προστατευτικό οικιακό πυρήνα, αναδύεται μία σκηνική μηχανή που εκθέτει τη Νόρα ως θέαμα - μία «κούκλα» μέσα σε ένα πλαίσιο που την καθορίζει και την περιορίζει. Αυτομάτως, το σπίτι μετατρέπεται σε μηχανισμό πειθάρχησης, όπου το βλέμμα (του συζύγου, της κοινωνίας, αλλά και του ίδιου του θεατή) συγκροτεί την ταυτότητά της.

Μέσα σε αυτό το νοσηρό σπιτικό, η βουλιμία της ηρωίδας μπορεί να διαβαστεί ως «σιωπηλή αντίσταση», αλλά και ως αυτοκαταστροφή. Απαγορεύεται δια ροπάλου να τρώει γλυκά για να μην χαλάσουν τα δόντια της. Εκείνη, όμως, καταναλώνει, στα κρυφά, τα αμυγδαλωτά, που τόσο λατρεύει και τόσο στερείται, για να καλύψει το συναισθηματικό και υπαρξιακό της κενό. Η πράξη της κατανάλωσης, είτε πρόκειται για γλυκά, είτε για άλλες μορφές «υλικής» ή σωματικής υπερβολής, λειτουργεί ως εκτροπή από την επιβεβλημένη τάξη και ταυτόχρονα ως σύμπτωμα καταπίεσης. Η Νόρα καταναλώνει τα πάντα όπως και η ίδια καταναλώνεται ως εικόνα. Το σώμα της αρνείται να παραμείνει πειθαρχημένο, αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να διαφύγει πλήρως από τους μηχανισμούς που το ορίζουν.

Αναντίρρητα, το σκηνικό του σπιτιού και η βουλιμία της ηρωίδας συνδέονται άρρηκτα, καθώς το πρώτο οριοθετεί τον χώρο της επιτήρησης, ενώ η δεύτερη εκφράζει τη ρωγμή μέσα σε αυτό το σύστημα. Μαζί συγκροτούν μία σκηνική συνθήκη, όπου η «κουκλίτσα» δεν είναι ποτέ σταθερή, αλλά διαρκώς ταλαντεύεται ανάμεσα στον έλεγχο και την εκτροπή, την εικόνα και το σώμα, την επιφάνεια και την έκρηξη.

Στο πρωτότυπο κείμενο, τα παιδιά της οικογένειας δεν εμφανίζονται ποτέ. Εδώ, η σκηνοθέτις κάνει την ανατροπή και εμφανίζει τρία κοριτσάκια επί σκηνής (Δέσποινα Καραγιάννη, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρίνα Μάλλιου), ως βωβά πρόσωπα-παρατηρητές, που «μαρτυρούν» τη δράση, μένοντας διαρκώς στο περιθώριο. Η σιωπή τους δεν συνιστά απουσία, αλλά μία μορφή έντασης. Με αυτόν τον τρόπο, λειτουργούν σχεδόν ως σκηνικός καθρέφτης, αντανακλώντας τις ρωγμές της οικογενειακής δομής. Επιπλέον, ως μελλοντικά υποκείμενα, παρακολουθούν και σιωπηρά μαθαίνουν. Θυμίζουν «μικρές κούκλες» μέσα στο ίδιο το κουκλόσπιτο, επαναλαμβάνοντας σε μικρογραφία τη θέση της Νόρας. Αντιλαμβανόμαστε ότι η οικογένεια δεν εμφανίζεται ως ασφαλές καταφύγιο, αλλά ως μηχανισμός αναπαραγωγής ρόλων, όπου ακόμη και τα παιδιά εντάσσονται σε μια οικονομία θέασης και ελέγχου. Η απόφαση της Νόρας να φύγει από το σπίτι, αποκτά μεγαλύτερο ηθικό και υπαρξιακό βάρος, καθώς λαμβάνεται υπό το βλέμμα αυτών των σιωπηλών μαρτύρων, που καθορίζουν αποφασιστικά την τελική ρήξη.

Υπάρχουν αρκετές σκηνές στην παράσταση που χρήζουν προβληματισμού, όπως ο αυνανισμός της ηρωίδας με το χριστουγεννιάτικο δέντρο, η λαιμαργία της να καταβροχθίζει ό,τι βρίσκει μπροστά της, ο καταιγιστικός διάλογος με την φίλη της Κριστίνε, η έκρηξη και το μεταφυσικό φευγιό της. Η Πανουργιά δεν θέλει απλώς να «εξηγήσει» τη Νόρα, αλλά να δείξει πώς η ηρωίδα προκύπτει μέσα από ένα πλέγμα κοινωνικών, γλωσσικών και σκηνικών συμβάσεων.

Οι αιχμηροί φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη, η υποβλητική μουσική του Γιώργου Μυζήθρα, τα λειτουργικά κοστούμια – μάσκες της Ιωάννας Τσάμη συνομιλούν ιδανικά με τη σκηνοθεσία.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα σώματα των ηθοποιών, η κίνηση των οποίων οφείλεται στη Ζωή Χατζηαντωνίου.

Αδιαμφισβήτητα, ο θίασος, με συμπαγή σκηνική παρουσία, ανταποκρίνεται με σθένος και δεξιότητα.

Η Στέλλα Βογιατζάκη λάμπει αυτόφωτα στον ρόλο της «Νόρας», ο Φιντέλ Ταλαμπούκας δίνει το στίγμα του χειριστικού «Τόρβαλντ Χέλμερ», ο Μπάμπης Γαλιατσάτος είναι ο ευθύβολος τοκογλύφος «Κρόκσταντ», ο Άρης Αρμαγανίδης συγκινεί ως γιατρός «Ρανκ», η Ελεάνα Γεωργούλη είναι πειστική στον ρόλο της μυστηριώδους «Κριστίνε Λίντε», η Χριστιάνα Ματέλσκα Τόκα είναι η στωική κουβερνάντα. Ασφαλώς, τα τρία νεαρά κορίτσια- Δέσποινα Καραγιάννη, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρίνα Μάλλιου- αποτελούν το δέκα το καλό της παράστασης, καθώς η βωβή παρουσία τους είναι άκρως εκκωφαντική.

Συνολικά, η παράσταση «Κουκλίτσα» δεν αφηγείται απλώς την ιστορία της Νόρας, αλλά θέτει υπό διαπραγμάτευση τους όρους μέσα από τους οποίους αυτή η ιστορία μπορεί να ειπωθεί σήμερα: τη μετάβαση μιας γυναίκας από την ετεροκαθοριζόμενη ύπαρξη προς μια επώδυνη, αλλά συνειδητή αυτονομία. Μία πολύ φροντισμένη και ιδιαίτερη δουλειά από τη Μαρία Πανουργιά.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.