«ΟΜΙΚΡΟΝΓΙΩΤΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΟΜΙΚΡΟΝΓΙΩΤΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Στο «όμικρονγιώτα» του Γιάννη Διδασκάλου, οι καρέκλες είναι απουσίες με μορφή. Είναι οι άνθρωποι που χάθηκαν, εκείνοι που δεν ήρθαν ποτέ, οι λέξεις που έμειναν μισές, οι αγκαλιές που αναβλήθηκαν μέχρι να γίνουν ανάμνηση. Συσσωρεύονται άναρχα επί σκηνής σαν απολιθώματα σχέσεων. Κάθε νέα καρέκλα μοιάζει με μια ακόμη προσπάθεια να νικηθεί η μοναξιά. Και κάθε προσπάθεια κουβαλά ήδη μέσα την αποτυχία.
          Το σκηνικό των Αθανασίας Χαλκιά και Ζωής Πάπαρη μετατρέπεται σε έναν τόπο ενδιάμεσο μεταξύ πραγματικότητας και ονειροφαντασίας, όπου οι ζωντανοί συνομιλούν διαρκώς με τις απουσίες τους. Ο Ιονέσκο βρίσκεται στο βάθος σαν σκιά. Όμως, η παράσταση δεν ενδιαφέρεται να αναπαραγάγει το υπαρξιακό αδιέξοδο των Καρεκλών. Εκεί, όπου ο Ιονέσκο μιλούσε για το κενό του νοήματος, εδώ το κείμενο μοιάζει να μιλά για το κενό που αφήνει η έλλειψη του άλλου. Για την αβάσταχτη σιωπή που γεννιέται όταν δεν υπάρχει κάποιος να μοιραστεί τον φόβο, τη μνήμη, τη ζωή.
          Κι έτσι, ο τίτλος, «όμικρονγιώτα» αποκτά μια συγκινητική διάσταση. Δεν είναι απλώς δύο γράμματα. Είναι η κατάληξη του πληθυντικού, που μετατρέπεται σε μια πράξη αντίστασης απέναντι στη μοναξιά. Όλη η παράσταση μοιάζει να παλεύει για αυτό το μικρό γραμματικό θαύμα: την υπερβαση του μοναχικού «εγώ» στο συλλογικό «εμείς». Να γίνει ο ένας δύο. Οι δύο πολλοί. Να υπάρξει, έστω, για μια στιγμή ένα «μαζί» μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει.
          Από ψηλά πέφτει νερό σαν να έχει ραγίσει ο ουρανός. Κάθε σταγόνα κουβαλά τη φθορά, εκείνη τη σχεδόν ανεπαίσθητη αλλοίωση που μεταμορφώνει τις αναμνήσεις σε σκιές και τις σχέσεις σε ίχνη.
          Και μέσα σε αυτό το τοπίο, οι δύο πρωταγωνιστές μοιάζουν με ψυχές που περιπλανώνται στα ερείπια μιας κοινής μνήμης. Σαν δύο ναυαγοί πάνω στο ίδιο κομμάτι ξύλο. Άλλοτε παίζουν, άλλοτε συγκρούονται, άλλοτε μοιάζουν να αναζητούν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου μια απόδειξη ότι εξακολουθούν να υπάρχουν.
          Η ερμηνευτική προσέγγιση των Αλέξανδρου Μαυρουδόπουλου και Γιάννη Δάφνη αναδεικνύει την αγωνιώδη αναζήτηση του «εμείς» μέσα σε έναν κόσμο μοναξιάς, απομόνωσης και αναμονής. Οι χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα αστείοι, τρυφεροί, παράξενοι και τραυματισμένοι, στοιχεία που οι δύο ηθοποιοί αποδίδουν με φυσικότητα και ευαισθησία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η χρήση του σώματος και της κίνησης (Αλέξανδρος Γκουντινάκης), καθώς το δίδυμο μετατρέπει τις καθημερινές χειρονομίες σε μια σχεδόν τελετουργική γλώσσα επικοινωνίας, ενισχύοντας την αίσθηση του θεάτρου του παραλόγου που διατρέχει το έργο.
          Η σκηνοθεσία του Γιάννη Διδασκάλου χτίζει έναν εύθραυστο μηχανισμό αναμονής, όπου το παράλογο μετατρέπεται σε ποίηση και η μοναξιά σε κοινό βίωμα. Μέσα από εικόνες μεγάλης ευαισθησίας και μια ατμόσφαιρα που αιωρείται ανάμεσα στο όνειρο και τη μνήμη, ο σκηνοθέτης πλάθει μια τρυφερή ωδή στην ανθρώπινη ανάγκη για συνύπαρξη. Γιατί στο τέλος δεν μένει η απουσία των άλλων, αλλά η βαθιά επιθυμία να υπάρξουν. Και κάπου ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εμείς», ανάμεσα στο όμικρον και το γιώτα, η παράσταση βρίσκει τη δική της αλήθεια.
          Σε αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και οι φωτιστικές δημιουργίες του Τάσου Παλαιορούτα, οι οποίες χαράζουν νησίδες φωτός μέσα στο σκοτάδι. Ωραία η πρωτότυπη μουσική του Capétte.
          Το «όμικρονγιώτα» δεν μιλά τελικά για την απουσία, αλλά για την πεισματική ανθρώπινη επιθυμία να αντισταθεί σε αυτήν. Να συνεχίσει να απλώνει το χέρι μέσα στο σκοτάδι, ακόμη κι όταν δεν είναι βέβαιο πως υπάρχει κάποιος απέναντι να το πιάσει.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.