«ΠΟΝΗΡΟ ΠΝΕΥΜΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΠΟΝΗΡΟ ΠΝΕΥΜΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (14 ψήφοι)

          Άνοιξη του 1941. Οι Γερμανοί βομβαρδίζουν άγρια το Λονδίνο και ο Νόελ Κάουαρντ (Noël Coward) αποφασίζει να πάει στην εξοχή για να γράψει μία εξωφρενική κωμωδία με φαντάσματα. Το έργο του ολοκληρώνεται σε μόλις πέντε μέρες και κάνει ρεκόρ παραστάσεων στο Ουέστ Εντ με τον κόσμο να περιμένει πώς και πώς έξω από το θέατρο. Τι κι αν οι βόμβες πέφτουν στη βρετανική πρωτεύουσα, τι κι αν θάνατος παραμονεύει στον αέρα; Το «ΠΟΝΗΡΟ ΠΝΕΥΜΑ» κλείνει το μάτι και αποδεικνύει ότι η ζωή, απλά, συνεχίζεται και μάλιστα σε γοργούς ρυθμούς παρά την τρέλα, την ανασφάλεια και τη μαυρίλα των ημερών.
          Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί το «ΠΟΝΗΡΟ ΠΝΕΥΜΑ», στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, και στήνει ένα ξέφρενο πάρτι «επιβίωσης» που μυρίζει άφθονο αλκοόλ και μπαρούτι. Μοιάζει με σουρεαλιστική φάρσα, καθώς ενώ ο πόλεμος καλά κρατεί, ο Τσαρλς και η Ρουθ παρτάρουν ανελέητα με καλεσμένους ζωντανούς και…νεκρούς. Σε αυτήν την «ελαφριά κωμωδία για τον θάνατο», το θέατρο και ο πνευματισμός συναντιούνται μετωπικά και η ζοφερή πραγματικότητα μετατοπίζεται όσο χρειάζεται για να χλευαστεί όσο της αξίζει. Ο έγγαμος βίος, η συζυγική πίστη, τα ανθρώπινα πάθη και λάθη και πρωτίστως η μυστηριώδης «μεταθανάτια ζωή» αποτελούν τον καμβά της μαύρης κωμωδίας, όπου τα φαντάσματα έχουν το πασαπόρτι να τριγυρίζουν στον επίγειο κόσμο για να επιλύσουν παλιές διαφορές τους, τη στιγμή, μάλιστα, που παντού σκάνε πραγματικές βόμβες.
          Ο γάμος του Τσαρλς και της Ρουθ βρίσκεται σε μόνιμη κρίση και έχει πλέον βαλτώσει. Εκείνος, ως συγγραφέας, δυσκολεύεται να βρει ξανά την έμπνευσή του για τα επόμενα βιβλία του. Καταφεύγουν, λοιπόν, σε αμέτρητα μεθύσια και σε πνευματιστικές συνεδρίες ώστε να καταπραΰνουν την αφόρητη πλήξη τους και να ξεμπερδέψουν επιτέλους το κουβάρι της ζωής τους. Τι συμβαίνει, όμως, όταν στην παρέα τους προστίθενται ένα εκκεντρικό μέντιουμ και αερικά του παρελθόντος και πιο συγκεκριμένα το ενοχλητικό φάντασμα της Ελβίρας, της πρώην συζύγου του; Εκεί, πραγματικά, η κατάσταση ξεφεύγει επικίνδυνα και περιπλέκεται ακόμα πιο «θανάσιμα».
          Και σε αυτό το σημείο, ο σκηνοθέτης αφαιρεί τα πάντα, κυριολεκτικά, και πλάθει μία παιγνιώδη συνθήκη σε μία αχανή, σχεδόν άδεια σκηνή με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα και γκροτέσκ διάθεση, σε μετάφραση Έρις Κύργια. Είναι σαν να έχει ξεκοιλιαστεί το ίδιο το σπίτι και να έχουν ξεμείνει, αλώβητα, μονάχα ο ανθισμένος κήπος, το τρόλεϊ με τα ποτά, το έπιπλο - πικάπ και το πιάνο. Αυτά, κατά τη γνώμη του, χρειάζονται οι πρωταγωνιστές για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν την άχαρη ζωή τους. Πίνουν συνεχώς για να ξεχάσουν, γιατί το ποτό τους δίνει αυτό το πέταγμα και την τρέλα στην κίνηση. Έτσι, γίνονται οι ίδιοι, κυρίαρχοι της σκηνής, από άκρη σε άκρη. Όμως, θα επισήμανα, ότι ο μη εξοικιωμένος θεατής έχει ανάγκη από ένα ρεαλιστικό σκηνικό. Πρέπει το μάτι του να δει το τραπέζι της σεάνς, για να εισέλθει ομαλά στον κόσμο της μεταφυσικής ατμόσφαιρας, και όχι μόνο διαμέσου φαντασίας και στα όρθια.
          Τα φαντεζί ασπρόμαυρα ρούχα, της Ιωάννας Τσάμη, λειτουργούν αντιστικτικά στο περιορισμένο, «θεόγυμνο» σκηνικό της Εύας Μανιδάκη.
          Οι φωτισμοί, της Χριστίνας Θανάσουλα, στα συν της παράστασης, λειτουργούν θαυμάσια δημιουργώντας θολά τοπία ανάμνησης μεταξύ πραγματικότητας και ονειροφαντασίας.
          Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, επαναλαμβανόμενη και μονότονη συμπαρασύρει τη στυλιζαρισμένη κίνηση της Μαρκέλλας Μανωλιάδη.
          Η διανομή των ηθοποιών, καίρια και επιτυχής, αποτελεί το μεγάλο ατού της παράστασης.
          Ο Αργύρης Ξάφης είναι χαμαιλέοντας υποκριτικής και αυτό αποτυπώνεται ευθύβολα στον ρόλο του σνομπ συγγραφέα «Τσαρλς».
          Η «Ρουθ», της Κωνσταντίνας Τάκαλου, είναι πραγματικά ζηλευτή στις ξεκαρδιστικές συζυγικές της νευρώσεις και υστερίες.
          Η Άννα Μάσχα, ως «Ελβίρα», παραδίδει νηφάλια και επιδέξια ένα γοητευτικά άτακτο αερικό, που φέρνει τα πάνω κάτω στο σπίτι και στη ζωή του ζευγαριού.
          Το «ζεύγος Μπράντμαν» ερμηνευμένο από τον Γιώργο Γλάστρα και την Κατερίνα Λέχου αποδίδεται σουρεαλιστικά ευέλικτα στο σύντομο πέρασμά τους.
          Η νεαρή Ειρήνη Λαφαζάνη σμιλεύει πειστικά τον ρόλο της υπηρέτριας «Λούσι», με άκρως γκροτέσκ αέρα.
          Last but not least, η Αμαλία Μουτούση σε ρόλο αποθέωση. Η ιδιόρρυθμη πνευματίστρια «Μαντάμ Αρκάτι» η οποία μπουκάρει στη σκηνή με το ποδήλατό της, εξελίσσει την πλοκή με τέτοιον ιλιγγιώδη ρυθμό, που είναι 100% σπαρταριστή. Ίσως στην καλύτερη δημιουργική της φάση.
          Μπορεί να έλλειψαν τα πλουσιοπάροχα σκηνικά από την Κρατική Σκηνή, μπορεί κάποιους να κούρασαν τα 150' της παράστασης, μπορεί πολλούς να ξένισε η επιτηδευμένη κινησιολογία των ηθοποιών, μπορεί να υπήρχαν κάποια τεχνικά προβλήματα ήχου, μπορεί να είναι, πλέον, παγερά αδιάφορη η επαναλαμβανόμενη σκηνοθετική ελλειπτικότητα, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ ότι ο θίασος αποδείχτηκε φλος ρουαγιάλ και έσωσε την κατάσταση.
          «Τι θα συμβεί αν σε αγγίξω;» Ό,τι κι αν γίνει, η ζωή συνεχίζεται…


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.