«ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 rating 1 vote

Οι ιστορίες που βγάζουν στη φόρα τα άπλυτα των άλλων είναι εγγενώς άβολες. Η θεατρική συγγραφέας Νίνα Ρέιν καταπιάνεται με αυτή την άβολη εμπειρία στο έργο «Συναίνεση» («Consent»), αναγκάζοντάς μας να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας ηθικές αμφιβολίες και τις έμφυτες προκαταλήψεις μας, μέσα από πολύπλοκους, ελαττωματικούς χαρακτήρες και διφορούμενα αποτελέσματα. Το έργο, αν και γράφτηκε πριν κορυφωθεί το κίνημα #metoo, αναδεικνύει πώς τα θύματα συχνά αμφισβητούνται, εστιάζει στις δυσκολίες απόδειξης της συναίνεσης, φέρνει στο φως την κουλτούρα ενοχοποίησης του θύματος.

Τι σημαίνει πραγματικά «συναίνεση»; Μπορεί η δικαιοσύνη να αποδώσει την αλήθεια ή απλώς την κατασκευάζει; Πόσο ειλικρινείς είμαστε στις προσωπικές μας σχέσεις; Πολλά κινούμενα μέρη συνθέτουν αυτό το δικαστικό δράμα, το οποίο αντανακλά μια φαινομενικά ξεκάθαρη υπόθεση βιασμού. Όταν οι δικηγόροι Τιμ και Έντουαρντ έρχονται αντιμέτωποι στη δικαστική αίθουσα, οι πολυπλοκότητες του νόμου αρχίζουν να εισχωρούν και στις δικές τους ζωές. Γραμμένο από τη Νίνα Ρέιν, το έργο αποδομεί την έννοια της αντικειμενικότητας και δείχνει ότι η αλήθεια είναι συχνά θέμα οπτικής, εξουσίας και αφήγησης. Διερευνά σωματικές παραβάσεις σε διαφορετικά πεδία, επεκτείνοντας την έννοια της συναίνεσης για να καλύψει ζητήματα από την απιστία έως την σεξουαλική επίθεση. Χαρτογραφεί, επίσης, τη νομική διαδικασία στην καθημερινότητα, εστιάζοντας στις συνέπειες του γάμου, του πάθους και του ακατέργαστου ανθρώπινου συναισθήματος. Όμως, δεν μένει μόνο στο νομικό κομμάτι, αλλά εξετάζει πώς οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίζονται τη δικαιοσύνη στη δουλειά τους αποτυγχάνουν να τηρήσουν ηθικές αρχές στην προσωπική τους ζωή.

Η Ρέιν, εδώ, επικεντρώνεται σε μια παρέα μορφωμένων, φιλελεύθερων δικηγόρων στο Λονδίνο, των οποίων οι προσωπικές σχέσεις διασταυρώνονται με μία υπόθεση βιασμού. Ο Τιμ και ο Έντουαρντ είναι οι αντίπαλοι δικηγόροι, αλλά η λεπτή γραμμή μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής γίνεται ολοένα και πιο θολή, καθώς τα υψηλά διακυβεύματα της υπόθεσής τους μπλέκονται στις σχέσεις τους. Η σύζυγος του Εντ, Κίτι, δεν συγχώρεσε ποτέ την απιστία του συζύγου της πριν από πέντε χρόνια και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να πάρει εκδίκηση, καθώς γίνεται μάρτυρας της κατάρρευσης του γάμου των φίλων της, Τζέικ και Ρέιτσελ, από τον ίδιο λόγο. Όταν εκείνη αποφασίζει να τον απατήσει με τον Τιμ, ο κόσμος του Εντ γκρεμίζεται κυριολεκτικά, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία του συζυγικού βιασμού.

Η υπόθεση, λοιπόν, αφορά τόσο την εκδίκηση, όσο και τον βιασμό και τη συναίνεση, καθώς οι ήρωες αναζητούν εκδίκηση, όταν νιώθουν ότι δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη (προσωπική ή νομική). Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας δημιουργεί τη δική της «τραγωδία εκδίκησης», η οποία φαίνεται να έχει καταστροφική επίδραση σε όλους, συμπεριλαμβανομένου του εκδικητή. Η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι κώδικες ηθικής είναι πολύ πιο γκρίζοι και πολύ πιο περίπλοκοι. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου εκτυλίσσεται σε οικογενειακό περιβάλλον, αποκαλύπτοντας ότι οι ζωές των συμμετεχόντων μπορεί να είναι εξίσου ακατάστατες και διαταραγμένες με τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται ή κατηγορούν και ότι το να είσαι μέρος μιας προφανώς ανώτερης μεσαίας τάξης διανοουμένων δεν αποτελεί προπύργιο ενάντια στα ωμά συναισθήματα και την επιθυμία για αντίποινα. Σίγουρα είναι απαίσιο να σε απατούν, αλλά είναι τολμηρό να λέμε ότι είναι παρόμοιο με το να έχεις υποστεί σεξουαλική επίθεση. Ναι, ο βιασμός και η απιστία είναι μορφές προδοσίας, αλλά απέχουν παρασάγγας.

Η παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο επιβεβαιώνει τη διαχρονική δύναμη του έργου της Νίνα Ρέιν, προσφέροντας μια σύγχρονη, αιχμηρή ματιά σε ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Ο Τάκης Τζαμαργιάς, πατώντας στην στακάτη, διαποτισμένη με χιούμορ, μετάφραση του Αντώνη Πέρη, εστίασε στη ρεαλιστική ερμηνεία των χαρακτήρων, στη σταδιακή αποδόμηση των σχέσεων και στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που ενισχύει το ηθικό δίλημμα. Η σκηνοθεσία του ανέδειξε την ένταση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι», κάνοντας το κοινό να αισθάνεται σαν «ένορκος» της ιστορίας.

Το πολυλειτουργικό σκηνικό της Έλλης Εμπεδοκλή με ευέλικτα στοιχεία εξυπηρετούσε πολλούς χώρους. Η μουσική του Ανδρέα Κουρέτα γεφύρωνε τις σκηνές, ενισχύοντας τη συναισθηματική φόρτιση. Οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη συνέβαλλαν στη δημιουργία αίσθησης απογύμνωσης και έκθεσης. Η Αγγελική Τρομπούκη ανέλαβε την κίνηση του θιάσου.

Οι ηθοποιοί ισορρόπησαν ικανοποιητικά ανάμεσα στο δημόσιο status (δικηγόροι, υπερασπιστές) και τον ιδιωτικό τους ρόλο (σύζυγοι, σύντροφοι, άνθρωποι με αδυναμίες), σκιαγραφώντας ένα σύγχρονο τοπίο όπου η ηθική δεν είναι ποτέ απόλυτη.

Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος στον ρόλο του «Έντουαρντ» διαχειρίστηκε επιδέξια την μετάβασή του από συναισθηματικά αποστασιοποιημένο και ορθολογιστή δικηγόρο σε ευάλωτο σύζυγο.

Η Κίττυ Παϊταζόγλου ενσάρκωσε αδρά την ευαισθητοποιημένη «Κίτι», η οποία κατάφερε να ικανοποιήσει το προσωπικό της αίσθημα δικαιοσύνης, πληγώνοντας, όμως, την φίλη της Ζάρα.

Η Καλλιόπη Παναγιωτίδου ερμήνευσε δυναμικά τον θυμό της καταγγέλουσας «Γκέιλ» εναντίον του νομικού συστήματος, κατηγορώντας τους δικηγόρους.

Ο Ερρίκος Μηλιάρης απεικόνισε τον άκομψο τρόπο του χαρακτήρα του «Τιμ» να αγωνίζεται αποτελεσματικά για τη δικαιοσύνη.

Ευθύβολοι ήταν ο Παναγιώτης Γαβρέλας στον ρόλο του χαλαρού «Τζέικ» και η Βαλέρια Δημητριάδου ως η δυναμική αλλά εύθραυστη «Ρέιτσελ» οι οποίοι ανέδειξαν με σθένος την αγανακτισμένη σχέση του ζευγαριού, όπου ο σύζυγος κατέχει μεγάλο ιστορικό απιστίας.

Συνεπής η Μανταλένα Καραβάτου στον ρόλο της «Ζάρα».

«Συναίνεση», ένα σύγχρονο έργο που εξετάζει την άπειρη γκρίζα ζώνη μεταξύ του ναι και του όχι σε όλους τους τομείς. Στην ελληνική εκδοχή του αποκτά ιδιαίτερη ένταση και κοινωνική αιχμή, συνδυάζοντας προσωπικό δράμα με κοινωνικό σχόλιο, χωρίς διδακτισμό, χωρίς καλούς και κακούς. Πόσο πραγματικά «συμφωνούμε» με όσα ζούμε; Είναι, τελικά, η ηθική έμφυτη ή επίκτητη;

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.