«ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΕΡΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΕΡΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (16 ψήφοι)

          Έργο επώδυνης και συντριπτικής ωριμότητας είναι το «ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΕΡΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ», στο οποίο ο Ευγένιος Ο'Νηλ διεκτραγωδεί τα δεινά και τα πάθη της οικογένειας Τάιρον, καθρεφτίζοντας τα δικά του οικογενειακά και νεανικά τραύματα. Θεωρείται από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, το οποίο εύκολα ανεβαίνει στις θεατρικές σκηνές, αλλά δύσκολα αποδίδεται. Στο έργο του Ο'Νηλ, οι αρρώστιες πάνε κι έρχονται. Το ζήτημα είναι να πλησιάσεις και να αγγίξεις, όσο διακριτά, γίνεται αυτή την πονεμένη αλήθεια.
          Η μητέρα είναι εξαρτημένη από τη μορφίνη, ο πατέρας και ο πρωτότοκος γιος αλκοολικοί, ο μικρός γιος φυματικός. Όλοι βυθισμένοι στον κόσμο των καταχρήσεων, της οργής, της ενοχής. Εγκλωβισμένοι σε ένα ασφυκτικό αδιέξοδο νοσταλγίας και ματαίωσης των προσδοκιών τους, προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ώστε να ξορκίσουν τον πόνο και τη μοναξιά τους. Μέσα σε αυτή την τραγικά επώδυνη διαδικασία, ο ένας πετάει στον άλλο τις ευθύνες για όσα δεινά τους πλήττουν.
          Η εμμονική αναμέτρηση με το παρελθόν είναι συνειδητή επιλογή των ηρώων για τον εξοβελισμό του ανυπόφορου παρόντος και την προετοιμασία της προσδοκώμενης λύτρωσης, μέσα από τη συντριβή τους. Ο αφηγηματικός ιστός είναι τόσο καλά δομημένος, που σταδιακά μετατρέπεται σε βρόγχο για τα μέλη της οικογένειας.
          Μύχια συναισθήματα που αποκαλύπτονται, πληγές του παρελθόντος που δεν έχουν επουλωθεί, ανεκπλήρωτα όνειρα που στοιχειώνουν το παρόν των τεσσάρων προσώπων. Σαν να πηγάζουν από αρχαία τραγωδία, σαν να έχουν επωμιστεί το βάρος μιας κατάρας, η οποία δεν τους αφήνει να ανασάνουν. Ο καθένας πορεύεται μόνος, ξένος ανάμεσα σε ξένους. Δύο γονείς που δεν ανέλαβαν, ουσιαστικά ποτέ, την ευθύνη για τα παιδιά τους. Δύο αδέρφια που αναγκάστηκαν να επωμιστούν, από τα παιδικά τους χρόνια, τον ρόλο της μητέρας και του πατέρα στην οικογένεια.
          Ο Δημήτρης Καραντζάς σκηνοθετεί μία «τραγωδία δωματίου» ιδιαίτερης αισθητικής και ακρίβειας. Φωτίζει το μεγαλείο της σκέψης του συγγραφέα και την παραμικρή λεπτομέρεια του κειμένου με λιτές γραμμές. Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι οι εντάσεις του έργου είναι, έτσι κι αλλιώς, καταβροχθιστικές, επιλέγει αρχικά την ήπιων τόνων μετάφραση του Νίκου Γκάτσου. Επόμενο βήμα του, είναι να στηρίξει τη δυναμική του έργου σε ένα έξυπνα λειτουργικό τοπίο, στο οποίο επικρατούν η ομίχλη και οι ψευδαισθήσεις. Έτσι, η σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου κλείνει την ομιχλώδη ατμόσφαιρα σε plexiglass, συρόμενες κατασκευές και δημιουργεί ένα νεκροταφείο ζωντανών «πτωμάτων» από χώμα, όπου οι ήρωες μπαινοβγαίνουν συνειδητά.
          Τα κοστούμια, της Ιωάννας Τσάμη, συνάδουν στο ίδιο μοτίβο αισθητικά.
          Στο αρρωστημένο κλίμα ταιριαστές οι -υποδόρειας δράσης- μουσικές του Γιώργου Πούλιου.
          Ο Αλέκος Αναστασίου προβάλλει τους φασματικούς ήρωες στους κατατονικούς φωτισμούς του.
          Η Μπέτυ Αρβανίτη αναδεικνύει με εκφραστική και κινητική οικονομία τις αδιόρατες πτυχές του χαρακτήρα της σπαρακτικής «Μαίρης Τάιρον». Ο μονόλογος στο φινάλε καρφώνεται στη δακρυσμένη μνήμη.
          Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, ως «Τζέιμς Τάιρον», σμιλεύει το ματαιωμένο προσωπείο του ηθοποιού, του συζύγου και του πατέρα που υποδύεται.
          Ο Αινείας Τσαμάτης αποδίδει με ηφαιστειακή ένταση το πλέγμα μνησίκακου πνεύματος, αλκοολικής εκρηκτικότητας και απελπισμένης ειλικρίνειας του αποτυχημένου «Τζέιμι Τάιρον».
          Ο Βασίλης Μαγουλιώτης φιλοτεχνεί με μέτρο και εσωτερικότητα το πορτρέτο του «Έντμοντ Τάιρον» ως δυστυχισμένου γιου και εκκολαπτόμενου καλλιτέχνη.
          Η Ελίνα Ρίζου στον σύντομο ρόλο της «Κάθλιν», υπηρετεί το βαρύ τοπίο στο εξοχικό των Τάιρον, ως μόνη φωτεινή πινελιά του έργου, δίνοντας τις απαραίτητες ανάσες.
          Η ιστορία των Ιρλανδών Τάιρον έρχεται αντιμέτωπη με όσα κρύβει η ομίχλη της καθημερινότητας σε ένα σπίτι που δεν έγινε ποτέ αληθινό σπιτικό. Ολέθριες σχέσεις γεμάτες εξομολογήσεις, μυστικά, ψέματα, αποκαλύψεις, εκρήξεις, επιθέσεις αγάπης και μίσους σε μια ύστατη προσπάθεια επικοινωνίας. Τέσσερα πρόσωπα εγκλωβισμένα και μετέωρα συνεχίζουν να ελπίζουν, να συγχωρούν, έστω κι αν ποτέ δεν ξεχνούν, ένοχα και ταυτόχρονα αθώα. Η ανθρώπινη περιπέτεια σε όλο το μεγαλείο της, ένας ύμνος στην αγάπη, που τελικά επικρατεί και λυτρώνει;


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.