«ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΟΥ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Σάββατο, 09/05/2026 20:35
Είναι πολύ δελεαστικό να βλέπει κανείς έργα του Σάμιουελ Μπέκετ. Κι αυτό που πραγματικά απαιτείται είναι να τα δέχεται όπως έρχονται, σαν μια μεγάλη, εξωφρενική γουλιά δυνατού ποτού.
Το «Τέλος του παιχνιδιού» ή αλλιώς «Endgame» έχει συχνά ερμηνευτεί ως μία μετα-αποκαλυπτική μακάβρια κωμωδία. Ο κόσμος έξω είναι «μηδέν», το φως είναι «γκρι». Μέσα έχουν απομείνει οι τελευταίοι επιζήσαντες(;).
Το έργο γράφτηκε στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου. Πρόκειται για πυρηνικό ολοκαύτωμα; Είναι ένας στοχασμός πάνω στον αναπόφευκτο θάνατό ή στην αναπόφευκτη κατάρρευση του Καπιταλισμού; Υποτίθεται ότι τα δύο παράθυρα είναι μάτια; Βρισκόμαστε μέσα στο κεφάλι ενός ετοιμοθάνατου, παρακολουθώντας τον διάλογο μεταξύ του δεμένου στη γη σώματος και της αθάνατης ψυχής; Είναι οι αναμνήσεις των γονιών, που ανεβαίνουν για να κρίνουν και να κριθούν;
Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει τι πραγματεύεται το Endgame, καθώς ο συγγραφέας αρνήθηκε να τοποθετηθεί επ' αυτού, αναθέτοντας στον κάθε θεατή να βρει τη δική του απάντηση. Ο κόσμος του «Endgame» είναι σκόπιμα ασαφής.
Ο Μπέκετ πλάθει δυο αντίθετους χαρακτήρες, που έχουν επιβιώσει από κάτι καταστροφικό και που εξαρτώνται απόλυτα ο ένας από τον άλλον. Ο Χαμ είναι τυφλός και ανίκανος να περπατήσει και βασίζεται αποκλειστικά στον Κλοβ, ο οποίος, αν και θέλει να ξεφύγει, δεν μπορεί να καθίσει λεπτό ακίνητος και εκτελεί αγόγγυστα τις εντολές του. Οι γονείς του Χαμ, η Νελ και ο Ναγκ, ζουν σε δύο κάδους απορριμμάτων στο πλάι της σκηνής, στους οποίους μπαινοβγαίνουν σαν πτώματα. Όλοι μαζί κατοικούν σε έναν σκοτεινό χώρο που μοιάζει με καταφύγιο, με μόνο δύο παράθυρα που δίνουν την εντύπωση ενός εξωτερικού κόσμου. Η άλλη πλευρά των ορίων τους παρομοιάζεται με την κόλαση. Ζουν ανάμεσα στους νεκρούς ή μήπως είναι καθαρτήριο και η ύπαρξή τους είναι απλώς ένα παιχνίδι αναμονής; Ο Χαμ παρακαλάει επανειλημμένα τον Κλοβ να τον αποτελειώσει, καθώς ο θάνατος είναι η μόνη διαφυγή που αξίζει να περιμένει κανείς. Αν ο Χαμ και ο Κλοβ βρίσκονται στα έγκατα της «Κόλασης» του Δάντη, τότε η τιμωρία τους είναι η μονοτονία και η επανάληψη. Οι ίδιοι διάλογοι τίθενται ξανά και ξανά, φτάνοντας σε επίπεδο απόλυτης τρέλας. Κάθε μέρα είναι πανομοιότυπη με την προηγούμενή της. Η ίδια «φάρσα, μέρα με τη μέρα», όπως την περιγράφει ο Κλοβ.
Οι ήρωες, λοιπόν, βρίσκονται σε μια απροσδιόριστη αναμονή. Εδώ, δεν υπάρχει κανένας σωτήρας για να τους σώσει από την ανυπαρξία του έξω κόσμου. Κι όμως, ακόμα και σε αυτές τις απελπιστικές συνθήκες, εκείνοι συνεχίζουν να σχολιάζουν, να αστειεύονται και να παίζουν διάφορα παιχνίδια.
Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει κάποιος όταν παρακολουθεί το «Τέλος του παιχνιδιού», τη σουρεαλιστική και ανατριχιαστική ματιά του Μπέκετ πάνω σε έναν δυστοπικό κόσμο που εξακολουθεί να είναι συγκλονιστικά επίκαιρος. Ένα παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε δύο συντετριμμένους ανόητους, σε έναν ατελείωτο, ενοχλητικό βρόχο. Η μόνη διακοπή, από δύο χαρακτήρες χωρίς πόδια που ζουν σε κάδους απορριμμάτων, δεν δρα ούτε ανακουφιστικά ούτε διευκρινιστικά, αλλά προσθέτει περαιτέρω στη συνολική ατμόσφαιρα ματαιότητας.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να κάνουν τον θεατή τρομερά μελαγχολικό ή αμήχανο, κάτι που πιθανότατα ήταν και η πρόθεση του Μπέκετ. Αλλά το έργο διαθέτει και μια ιδιόρρυθμη αίσθηση του χιούμορ, χαρακτηριστικό που η σκηνοθεσία του Μάκη Παπαδημητρίου εκμεταλλεύεται εξελίσσοντάς το σε μια steampunk φάρσα με ήρωες που μετατρέπονται σε απελπισμένους διασκεδαστές που αστειεύονται και παίζουν. Το γεγονός ότι το χιούμορ βρίσκεται στο προσκήνιο δεν υποβαθμίζει διόλου τη θλίψη του Μπέκετ. Το καστ ισορροπεί άρτια την κωμωδία και την ερήμωση, αναδεικνύοντας το παράλογο και το κωμικοτραγικό της υπόθεσης.
Ο σκηνοθέτης κρατά για τον εαυτό του τον εξωστρεφή ρόλο του τυφλού «Χαμ» στο αναπηρικό καροτσάκι. Με ένα μείγμα εγωισμού, ιδιοτροπίας και ευαλωτότητας αποζητά διαρκώς την προσοχή του Κλοβ.
Ο αεικίνητος «Κλοβ», του Γιώργου Χρυσοστόμου, λάμπει μέσα από τους χλευασμούς και τους στεναγμούς του, καθώς αποδεικνύεται το «δεκανίκι» του Χαμ.
Η τραγική συζυγος «Νελ», της Φραγκίσκης Μουστάκη, και ο αξιολύπητος «Ναγκ», του Δημήτρη Ντάσκα, τεντώνουν τους λαιμούς τους και προσπαθούν μάταια να φιληθούν και είναι ταυτόχρονα τόσο τρυφερό, ανόητο κι απεγνωσμένο. «Τίποτα δεν είναι πιο αστείο από τη δυστυχία», λέει η Νελ. Και μέσα σε αυτές τις λέξεις αποτυπώνεται όλο το ζουμί του έργου.
Το σκηνικό και τα κοστούμια, της Ηλένιας Δουλαδίρη, δίνουν το στίγμα της παρακμής και της συντέλειας του κόσμου, σε συνδυασμό με τα αιχμηρά φώτα των Ιωάννα Αθανασίου και Τάσου Παλαιορούτα.
Το ηχητικό περιβάλλον του Σταύρου Γασπαράτου εντείνει το παιχνίδι εξάρτησης.
Η διδασκαλία της κίνησης από τη Σεσίλ Μικρούτσικου καθορίζει τον περιπαιχτικό χαρακτήρα του έργου.
Συνοψίζοντας, το «Τέλος του Παιχνιδιού» δεν είναι εύκολο στην θέαση, αλλά με ένα καστ που δεν χάνει τον ρυθμό του, αξίζει τον κόπο να γευτεί κανείς τις νύξεις κωμικής ευφυΐας που φουσκώνουν μέσα από την υπαρξιακή ομίχλη του Μπέκετ.


