«ΤΟ ΣΩΣΕ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΤΟ ΣΩΣΕ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (16 ψήφοι)

          Πόρτες ανοίγουν, πόρτες κλείνουν σε ένα ωραίο σκηνικό όπου συμβαίνουν προσβολές και περεξηγήσεις. Κουδούνια και τηλέφωνα χτυπούν, εννέα ηθοποιοί ανεβοκατεβαίνουν σκάλες, ένας σκηνοθέτης εκτός εαυτού, πιάτα με σαρδέλες, τσεκούρια και ανθοδέσμες που βρίσκονται πάντα στο λάθος σημείο, τη λάθος χρονική στιγμή. Θέατρο μέσα στο θέατρο, φάρσα μέσα στη φάρσα, γκάφα πάνω στην γκάφα.
          Καλώς ήρθατε στα παρασκήνια του εξωφρενικού έργου «Το Σώσε!» («Noises Off») του Michael Frayn στο θέατρο «ΠΑΛΛΑΣ», όπου κάθε προσπάθεια λογικής ακυρώνεται. Σε μία θεατρική παράσταση το στοίχημα είναι τα πράγματα να κυλήσουν ομαλά και σωστά. Τί γίνεται, όμως, όταν όλα πρέπει να γίνουν λάθος, συνειδητά; Ιδού η πρόκληση και η ανατροπή! Ένας ύμνος στο λάθος. Στην προκειμένη περίπτωση, για να πετύχει το έργο, οφείλουν όλα να πάνε θεόστραβα. Κι αυτό, ενώ φαντάζει εύκολη υπόθεση, τουναντίον, απαιτείται απόλυτος συντονισμός, συγκέντρωση, ακρίβεια και επιμονή στη λεπτομέρεια από τον θίασο. Όλοι οι ηθοποιοί τα δίνουν όλα ώστε να μην πετύχει απολύτως τίποτα στο τέλος. Τρελό; Πολύ…
          «Το ΣΩΣΕ!», ο ορισμός της φάρσας. Η αθέατη πλευρά των παρασκηνίων και η απελπισία της συνύπαρξης. Πώς μπορεί ένας δυσλειτουργικός θίασος να συνυπάρξει αρμονικά και να ανεβάσει ένα έργο, παρά τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που προκαλούν ίντριγκες και προβλήματα εντός και εκτός σκηνής; Θα τα καταφέρουν, να ανοίξει η αυλαία ή θα γίνει, πραγματικά, το σώσε;
          H σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη κουμπώνει ακριβώς με το DNA του έργου. Όλο το θεατρικό παρασκήνιο μπροστά στα μάτια του θεατή. Μία παρωδία του θεάτρου μέσα στο θέατρο από έναν θίασο της συμφοράς. Εκκινώντας από την ανιαρή, θα λέγαμε, Α΄ πράξη, της μεταμεσονύχτιας τεχνικής δοκιμής, προχωράει στη σπιντάτη και ευρηματική Β΄ πράξη, της πρεμιέρας μέσα από τα παρασκήνια, για να καταλήξει στη Γ΄ πράξη της παντελούς καταστροφής, όπου επικρατεί το απόλυτο χάος και όλα έχουν πάει στράφι.
          Το κωμικό στην παράσταση δεν έγκειται στους χαρακτήρες ή τις ατάκες, αλλά στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην παράδοξη συνενοχή και τον συγχρονισμό ανθρώπων και πραγμάτων σε λάθος στιγμές. Προσπαθούν με νύχια και με δόντια να αντισταθούν στις θεατρικές «αστοχίες» και να παραμείνουν αλώβητοι, ώστε οι θεατές να μην αντιληφθούν το παραμικρό λάθος. Έτσι, βλέπουμε πόρτες να ανοιγοκλείνουν αδιάκοπα, μεσίτες, ιδιοκτήτες, παράνομες συνοδείες, κλέφτες, σεΐχηδες να μπαινοβγαίνουν προσπαθώντας να μην γίνουν αντιληπτοί και πιάτα με σαρδέλες να αλλάζουν συνεχώς χέρια.
          Τα εύσημα στην Κική Μπάκα που δίδαξε με χειρουργική ακρίβεια εννέα ηθοποιούς να τα κάνουν «σαλάτα» στη σκηνή.
          Στον φρενήρη ρυθμό, συμβάλλει καθοριστικά το λειτουργικό σκηνικό του Πάρι Μέξη. Μία όμορφη, διώροφη μεζονέτα διπλής όψης, η οποία έχει σχεδιαστεί με πολλές πόρτες που ανοιγοκλείνουν συνεχώς και δίνουν το σωστό beat. Άλλωστε η σωστή φάρσα, απαιτεί και τις ανάλογες πόρτες για να λειτουργήσει άψογα. Το σκηνικό, στη δεύτερη πράξη, αλλάζει όψη και μεταφερόμαστε μεμιάς στο «backstage», όπου συμβαίνουν πράματα και θάματα.
          Η καταιγιστική μουσική, του Μίνωα Μάτσα, συνομιλεί με το σκηνικό και την τρέλα των ηρώων και πρωταγωνιστών.
          Τα πολύχρωμα κοστούμια φέρουν την υπογραφή της Βασιλικής Σύρμα.
          Ο Δημήτρης Κουτάς ...αλλάζει τα φώτα στην παράσταση.
          Οι ηθοποιοί στον διττό ρόλο, που καλούνται να ερμηνεύσουν, είναι απολαυστικοί. Στόχος τους, εξάλλου, είναι να γελάσουμε και το καταφέρνουν σε ικανοποιητικό βαθμό. Ο περιοδεύων, δευτεροκλασάτος θίασος, λοιπόν, αποτελείται από μία πρωταγωνίστρια που αδυνατεί να συγχρονίσει τα λόγια με την κίνηση (Σμαράγδα Καρύδη), έναν φιλόδοξο ζεν πρεμιέ που δεν μπορεί να αρθρώσει σωστά λέξη εκτός σκηνής (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), έναν φρεσκοχωρισμένο ηθοποιό που στη θέα του αίματος ψυχορραγεί (Γιώργος Χρυσοστόμου), μία μελιστάλαχτη κουτσομπόλα (Λένα Παπαληγούρα), έναν απόμαχο αλκοολικό (Γιώργος Ψυχογιός) και μία ευσυγκίνητη ενζενί που χάνει διαρκώς τους φακούς επαφής της (Στεφανία Γουλιώτη). Επιπλέον, στο έργο συνδράμουν, προς την καταστροφή και το χάος, ένας κομπλεξικός σκηνοθέτης που θεωρεί ότι μόνο τα έργα του Σαίξπηρ είναι αντάξιά του (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος), η αγχωτική βοηθός του που πανικοβάλλεται με το παραμικρό (Δάφνη Δαυίδ) κι ένας φροντιστής που, συν τοις άλλοις, αναγκάζεται να ντουμπλάρει όλους τους ρόλους της παράστασης (Γιώργος Ζυγούρης).
          «Μπαίνουμε απ' τις πόρτες – βγαίνουμε απ' τις πόρτες. Τι είναι η φάρσα; Αυτό. Τι είναι το θέατρο; Αυτό. Και η ζωή, δηλαδή, τι είναι; Αυτό.» Αυτό είναι, τελικά, «ΤΟ ΣΩΣΕ». Μία από τις πιο σπαρταριστές και εμπορικές κωμωδίες του 20ου αιώνα, που προσφέρει δύο ώρες θεατρικής ευφορίας με τη ζωντάνια του και μόνο. Μην περιμένετε βαρύγδουπα μηνύματα και βαθυστόχαστες ερμηνείες, θα απογοητευτείτε. Φεύγοντας από το θέατρο, θυμάστε μόνο το κούρδισμα των ηθοποιών και την ωραία τους χημεία σε ένα ατελείωτο πηγαινέλα, προσπαθώντας να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα.
Το λάθος έχει γίνει ανεπιστρεπτί και ο σκοπός εξετελέσθη.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.