ΗΛΕΚΤΡΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΗΛΕΚΤΡΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.4/5 κατάταξη (7 ψήφοι)

Την τραγωδία του Σοφοκλή "Ηλέκτρα", σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, παρακολούθησα στο αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Θεωρείται έργο της όψιμης περιόδου του, με την ακριβή ημερομηνία γραφής του να είναι άγνωστη (εικάζεται ότι είναι το 412 ή το 411 π.Χ.) και εστιάζει στη μοίρα της οικογένειας των Ατρειδών μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα.
Η Ηλέκτρα ζει στο Άργος θρηνώντας το χαμό του πατέρα της, για τον οποίο κατηγορεί ανοιχτά τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της τον Αίγισθο, περιμένοντας την επιστροφή του αδερφού της, του Ορέστη και σχεδιάζοντας την εκδίκησή της. Η αδερφή της η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται μεν τον πόνο της αδερφής της και επιθυμεί την επιστροφή του αδερφού της, αλλά δείχνει να έχει αποδεχτεί την υπάρχουσα κατάσταση. Ο Ορέστης επιστρέφει από τη Φωκίδα όπου φυγαδεύτηκε από τον παιδαγωγό του για να σωθεί από τη μανία του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας, μαζί με το σωτήρα του και το φίλο του, τον Πυλάδη. Σύμφωνα με το σχέδιό τους ο παιδαγωγός εμφανίζεται πρώτος για να αναγγείλει στην Κλυταιμνήστρα, ότι ο Ορέστης έχασε τη ζωή του σε ιππικούς αγώνες, ενώ στη συνέχεια εμφανίζονται ο Ορέστης με τον Πυλάδη φέρνοντας δήθεν ένα αγγείο με τις στάχτες του αδικοχαμένου. Η Κλυταιμνήστρα πηγαίνει να αναγγείλει το ευχάριστο νέο στον Αίγισθο, ενώ η Ηλέκτρα σπαράζει έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να βρει τον αδερφό της. Ο Ορέστης συγκινημένος από το δράμα της, αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα, μπαίνει στο παλάτι και σφάζει τη μητέρα του. Βγάζει το σώμα της έξω τυλιγμένο με ένα σεντόνι και το παρουσιάζει στον Αίγισθο που μπαίνει στη σκηνή σαν το πτώμα του Ορέστη. Μόλις αυτός ανακαλύπτει την αλήθεια, ο Ορέστης τον οδηγεί μαζί με τον Πυλάδη στο παλάτι για να τον σκοτώσουν. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Χειμωνά έχει έντονα λογοτεχνικό ύφος, δεν αποφεύγει κάποιους βερμπαλισμούς, αλλά δε χάνει την επαφή της με την ουσία του κειμένου και τα νοήματα του αρχαίου λόγου.

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου ανέλαβε τη σκηνοθεσία του εγχειρήματος αυτού, δίνοντας παράλληλα με το λόγο, βαρύνουσα σημασία και στην εικόνα, σε ένα σκηνικό που τράβηξε εξαρχής το μάτι του θεατή και βασίστηκε μεταξύ άλλων και στις χρωματικές αντιθέσεις. Η είσοδος της ηρωίδας στη σκηνή γίνεται από μια υπερυψωμένη πόρτα παλατιού, που θυμίζει τεράστιο φινιστρίνι και ξεκινά δυναμικά με λόγο τραγικό και το σώμα της να γλιστρά και να "κατεβαίνει" τα σκαλιά ως τη βάση τους, παραιτημένο στην οδύνη και την αγωνία πνεύματος και σώματος για την τύχη του αδερφού της. Η συνέχεια δεν είναι όμως ανάλογη. Την παραίτηση διαδέχεται μια υπέρμετρη υστερία στη φωνή και μια επιτήδευση στην κίνηση που ίσως να θύμιζε Μαινάδα, αν είχε ισορροπία και σωστούς τονισμούς. Υπήρξαν στιγμές που αναγκάστηκα να λοξοκοιτάξω τους υπέρτιτλους για να καταλάβω τι έλεγε η Ηλέκτρα με στριγγλιές και κατάρες. Κατά την εξέλιξη της ιστορίας, όταν η ηρωίδα συνδιαλεγόταν με άλλους χαρακτήρες επανερχόταν στην απόγνωση και την επιθυμία για εκδίκηση και αποκατάσταση της ηθικής τάξης, βρίσκοντας μέτρο και ισορροπία. Η ατσαλάκωτη λευκότητα του χορού, η εμμονή με το πασάλειμμα του χώρου και των ρούχων με τη βρώμικη άργιλο, μου άφηνε μια διαρκή διάθεση εντυπωσιασμού του θεατή με την αισθητική, υποβαθμίζοντας σημαντικά την ποιότητα και το βάθος του λόγου. Φυσικά για να μην είμαι άδικος υπήρχαν και σκηνές, όπου με πιο απλό τρόπο ο σκηνοθέτης μας έδωσε τους συμβολισμούς του λιτά και ξεκάθαρα, όπως ο σχηματισμός και η ολοκλήρωση ενός κύκλου αίματος από τον Πυλάδη, αλλά και η ομαδική και αρμονική συνύπαρξη των μελών του χορού που μουσικά και κινητικά έμοιαζε σαν ενιαίο και αδιαίρετο σώμα. Την ίδια υποβάθμιση του λόγου πάντως υπηρέτησαν και οι εμφανίσεις της Κλυταιμνήστρας, του Αίγισθου και της Χρυσόθεμης στη σκηνή, αδικώντας ίσως τις ατομικές ερμηνευτικές δυνατότητες του καθενός. Τέλος, μου έλειψε (πλην λίγων εξαιρέσεων) το να νιώσω ότι συμπάσχω με κάποιον από τους ήρωες και να αφεθώ στη δυναμική του εκπεμπόμενου συναισθήματος.

Η Αλεξία Καλτσίκη ερμηνεύει την Ηλέκτρα, μια πολυσύνθετη τραγική ηρωίδα στα όρια τη απόγνωσης. Εμφορείται από έντονα συναισθήματα, αλλά σε αρκετές σκηνές αυτά αναλώθηκαν σε μια εκτός ελέγχου υστερία στη φωνή και ένα νευρικό, επαναλαμβανόμενο, στα όρια της εμμονής, λέρωμα των ρούχων της και του χώρου με λάσπη, προσπαθώντας μάταια να αποτυπώσει μια μιαρή απόκληρη και παρία. Όταν οι τόνοι της έπεφταν, συνδιαλεγόμενη με άλλους χαρακτήρες, έβρισκε έναν πιο ανθρώπινο εαυτό και έβγαζε εσωτερικά αδιέξοδα και έντονα ψυχικά τραύματα, ενώ μπορούσες στην έκφρασή της να ανιχνεύσεις συναισθήματα.
Ο Νίκος Χατζόπουλος έπλασε ένα παιδαγωγό αποφασισμένο μεν, αλλά μνησίκακο και αδικαιολόγητα εκδικητικό. Με την παρουσία του δείχνει σα να πατρονάρει τον Ορέστη, να προσπαθεί να τον χειριστεί σαν όργανο δολοφονίας των αυτουργών του φόνου του Αγαμέμνονα, χωρίς όμως να υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση με λόγο και επιχειρήματα αυτού του μένους του. Και μοιραία έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον Ορέστη που παρουσίασε ο σκηνοθέτης.
Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ερμηνεύοντας τον Ορέστη είχε μια ατολμία στο λόγο, υπερβολικό συναίσθημα και ένα έλλειμμα αποφασιστικότητας στην κίνησή του, που δεν έπειθε για τις προθέσεις του ήρωά του. Η τελετουργική του περιφορά όντας δεμένος, όσο ο Πυλάδης δημιουργεί (και κλείνει) έναν κύκλο αίματος, ενισχύει την εικόνα κάποιου που ετοιμάζεται να συντριβεί από τις ευθύνες του και όχι αυτού που ετοιμάζεται να διαπράξει μητροκτονία.
Η Μαρία Ναυπλιώτου υποδύεται την Κλυταιμνήστρα με μία μάλλον ατυχή ενδυματολογική προσέγγιση κι ενώ ξεκινά με μια έντονη υπερβολή στην κίνησή της και υπερπροφέροντας τις λέξεις, σα να αδιαφορεί για το τι συμβαίνει γύρω της, μόλις μαθαίνει το θάνατο του Ορέστη βρίσκει την ισορροπία του ρόλου της, χρησιμοποιώντας ισόποσα την ειρωνεία και μια μάσκα χαιρεκακίας στο πρόσωπό της.
Η Ελένη Μολέσκη παίζει τη Χρυσόθεμη, αδερφή της Ηλέκτρας, καταφέρνοντας να αποτυπώσει το μεταξύ τους συναισθηματικό και ιδιοσυγκρασιακό χάσμα. Φοβισμένη, αδύναμη να αναλάβει ή να στηρίξει πρωτοβουλίες, δείχνει πλήρως υποταγμένη στο μικρόκοσμο που έχει πλαστεί γύρω της, σαν άβουλο πιόνι του. Κάποιες φωνητικές της εκρήξεις έμοιαζαν παράταιρες.
Ο Χρήστος Λούλης ως Αίγισθος έχει μικρό ρόλο και ο λόγος του πρόσθεσε μια σχεδόν κωμική πινελιά στη φορτισμένη ροή της παράστασης, της οποίας η σημειολογία δε με έπεισε.
Ο Μάριος Παναγιώτου είναι ο βουβός Πυλάδης, ο οποίος είναι σκιά του Ορέστη, αλλά και αυτός που δημιουργεί και κλείνει τον κύκλο του αίματος, με μια υπερβολικά αργή τελετουργία, τραβώντας όμως με μάλλον ατυχή τρόπο πίσω του το δεμένο Ορέστη.
Το χορό συγκρότησαν η Ασημίνα Αναστασοπούλου, η Σοφία Αντωνίου, η Ιωάννα Δεμερτζίδου, η Νάντια Κατσούρα, η Ελένη Κουτσιούμπα, η Κλεοπάτρα Μάρκου, η Μαρία Μηνά, η Ιωάννα Μιχαλά, η Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, η Νάνσυ Σιδέρη, η Καλλιόπη Σίμου και η Δανάη Τίκου, οι οποίες είχαν σχεδόν απόλυτο φωνητικό και κινητικό συγχρονισμό και αποτέλεσαν ένα από τα ατού της παράστασης.
Ζωντανά έπαιξαν τα μουσικά μέρη στη σκηνή ο Θοδωρής Βαζάκας (κρουστά), ο Χρήστος Γιάκκας (τρομπόνι), η Μαρία Δελή (μπαγιάν), ο Αλέξανδρος Ιωάννου (κρουστά) και ο Γιάννης Κρητικός (κλαρινέτο).

Τα σκηνικά της Νίκης Ψυχογιού, είχαν μια λευκότητα, η οποία αντιπαρατέθηκε με τη μιαρότητα των πράξεων και των προθέσεων των ηρώων της τραγωδίας, αλλά είχαν και μία grande προσέγγιση που με ξένισε, καθώς είχαμε να κάνουμε με τραγωδία και όχι υπερπαραγωγή.
Τα κοστούμια της ίδιας είχαν αντίστοιχα καλές εμπνεύσεις (η ομοιόμορφη λευκότητα του χορού) και πιο άτυχες (όπως η ενδυματολογική προσέγγιση Κλυταιμνήστρας και Αίγισθου).
Η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Σκύλλα συνόδευσε σωστά το λόγο στις κορυφώσεις του, χωρίς να τον υποσκάπτει.
Η εξαιρετική μουσική διδασκαλία ήταν της Μελίνας Παιονίδου.
Ο σχεδιασμός της κίνησης ανήκε στη Χαρά Κότσαλη και είχε εξαιρετική αρμονία ως προς το χορό, αλλά και μια μεγάλη νευρικότητα ως προς την Ηλέκτρα και πολύ αργό ρυθμό στο σχεδιασμό του κύκλου του αίματος.
Οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα, είχαν καίριες εστιάσεις στους ήρωες της τραγωδίας.

Συμπερασματικά, στο αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, παρακολούθησα μια παράσταση, η οποία είχε την πρόθεση να κάνει εμφανή τα πάθη και τα συναισθηματικά αδιέξοδα των ηρώων και να τονίσει με μια ευθύβολη ματιά τις εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ τους. Η σκηνοθετική προσέγγιση είχε ενδιαφέρον, έδειξε μια προοπτική, είχε αισθητική, αλλά σε αρκετές στιγμές προδόθηκε από τον ίδιο το μεγαλεπήβολο χαρακτήρα του εγχειρήματός της. Η εικόνα υπερίσχυσε του λόγου, ο οποίος δεν είχε αντίστοιχη δυναμική και συχνά λειτούργησε σε βάρος του. Οι ερμηνείες δεν είχαν μέτρο, συχνά κατέφυγαν σε φωνητικές ή κινητικές υπερβάσεις και δε δημιούργησαν παρά επιφανειακά συναισθήματα στο θεατή. Οι δυνατότητες για μια σπουδαία παράσταση στο σύντομο μέλλον υπάρχουν, αλλά πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευκρίνεια, ουσία και ισορροπία.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.