ΑΝΤΙΓΟΝΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ


2.0/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Την τραγωδία του Σοφοκλή "Αντιγόνη", σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια, παρακολούθησα στο Ηρώδειο. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, πιθανότατα στα Μεγάλα (ή εν άστει) Διονύσια (αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Διονύσου του Ελευθερέα που θεσμοθετήθηκαν από τον Πεισίστρατο) το 441 π.Χ. Είναι η δεύτερη αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή (μετά τον Αίαντα) και αντλεί το θεματικό της υλικό από την οικογένεια των Λαβδακιδών. Η Αντιγόνη, ένα από τα τέσσερα παιδιά του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, μετά τη μονομαχία και την αλληλοεξόντωση των αδερφών της, Ετεοκλή και Πολυνείκη, αποφασίζει να παραβεί την αυστηρή εντολή που έχει εκδώσει ο Κρέων, βασιλιάς της Θήβας πλέον, να αφεθεί άταφος ο Πολυνείκης, βορά στα όρνια και τα σκυλιά και να θάψει τον αδερφό της, σύμφωνα με τους άγραφους θεϊκούς νόμους.
Η αδελφή της, η Ισμήνη, αρνείται να συνεργαστεί μαζί της, φοβούμενη την οργή του Κρέοντα, ο οποίος ανακοινώνει στο λαό την απόφασή του, καθώς και τις αρχές και τις αξίες σύμφωνα με τις οποίες σκοπεύει να κυβερνήσει. Ένας από τους φύλακες του άταφου πτώματος καταφτάνει για να ανακοινώσει τη μυστηριώδη συμβολική ταφή του νεκρού στο βασιλιά, προκαλώντας την οργισμένη του αντίδραση. Αυτός διώχνει το φύλακα επιφορτίζοντάς τον, επί ποινή θανάτου, να βρει τον αίτιο. Λίγο αργότερα ο ίδιος φύλακας επιστρέφει, φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη, η οποία συνελήφθη επ' αυτοφώρω να επιχειρεί νέα ταφή. Στην έντονη αντιπαράθεσή της με τον Κρέοντα, η Ισμήνη θεωρείται συνεργός της αδερφής της, χωρίς να αποκρούσει τις κατηγορίες και ο βασιλιάς αποφασίζει να τιμωρήσει και τις δύο.
Ο γιος του ο Αίμων και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, επιχειρεί είτε με τη λογική, είτε με τη σύγκρουση να μεταπείσει τον πατέρα του και αποτυγχάνοντας, τον απειλεί ότι δε θα τον ξαναδεί ζωντανό. Ο Χορός μεταπείθει τον Κρέοντα να μη σκοτώσει την Ισμήνη και αποφασίζει τελικά να θάψει ζωντανή την Αντιγόνη σε ένα σπήλαιο χωρίς νερό και τροφή.
Ο Μάντης Τειρεσίας προειδοποιεί το βασιλιά ότι οι θεοί είναι οργισμένοι από την ασέβειά του στο νεκρό και θα τον τιμωρήσουν, με τον Κρέοντα να τον κατηγορεί για χρηματισμό. Φεύγοντας προφητεύει βαρύ πόνο και φόρο αίματος για τον ασεβή βασιλιά. Η μεταστροφή της απόφασης του Κρέοντα από τις προφητείες του μάντη δε στέκεται ικανή να αποτρέψει την αυτοκτονία τόσο του γιου του, όσο και της γυναίκας του, για να επαληθευθούν οι βαριές προφητείες.
Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα έχει δυναμική και ένταση, δεν αλλοιώνει την ουσία του λόγου του Σοφοκλή (χωρίς όμως να του προσδίδει και ιδιαίτερο βάθος), ενώ δεν αποφεύγει και κάποιους αχρείαστους βερμπαλισμούς.
Η διασκευή είναι του Μανώλη Δούνια.

Ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Μανώλης Δούνιας αναλαμβάνουν τη σκηνοθετική επιμέλεια της παράστασης, μοιράζοντας τους χαρακτήρες σε τρεις μόνο ηθοποιούς και επιχειρώντας να αποτυπώσουν τη διαχρονική πάλη του καλού με το κακό, του δίκαιου με το άδικο, του ισχυρού με τον αδύνατο και την αποκατάσταση της ύβρης με την τιμωρία.
Η παράσταση είναι γεμάτη εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ των ηρώων, οι οποίοι αντιπαρατίθενται με πάθος και ένταση. Ο λόγος βαδίζει χέρι-χέρι με το συναίσθημα, καθώς οι ήρωες αποκαλύπτονται ενώπιον του εαυτού τους και των άλλων. Τοποθετούν την εξουσία σε ένα βράχο-βάθρο, αφήνοντας τους υπόλοιπους χαμηλότερα, σα να τους υποδεικνύουν και να τους υπενθυμίζουν τη δύναμή της. Ο ίδιος βράχος θα γίνει και τάφος ανθρώπων, ιδεών, αλλά και φιλοδοξιών και ονείρων. Οι συγκρούσεις των χαρακτήρων αγγίζουν τα άκρα και ο λόγος γίνεται αιχμηρός και από τις δύο πλευρές. Εκεί προκύπτουν και οι πρώτες αρρυθμίες της παράστασης, καθώς ενώ ο Κρέοντας παραθέτει στη σκηνή τη στιβαρότητα της εξουσίας του, η Αντιγόνη συχνά ρίχνει τους τόνους, γίνεται μια μάλλον μοιρολατρική φιγούρα, που δείχνει να ανησυχεί περισσότερο για τη μοίρα του εαυτού της και του οίκου της, παρά για τα πιστεύω και τις αρχές της.
Η έλλειψη έντασης (ή η μονόπλευρη ένταση) κάποιων σκηνών έχει ως αποτέλεσμα στιγμές πλαδαρότητας στο ρυθμό και την εξέλιξη της ιστορίας. Η ερμηνεία όλων των ρόλων από τρεις μόνο ηθοποιούς έκρυβε παγίδες, καθώς όταν οι ρόλοι είναι διαφορετικού γένους, ηλικίας και κοινωνικού στρώματος πρέπει να αποφεύγεται η ομοιομορφία και η μίμηση είτε στην εκφορά του λόγου, είτε στην κίνηση. Στη συγκεκριμένη παράσταση είδα αρκετές επαναλήψεις και των δύο περιπτώσεων, οι οποίες δε βοήθησαν ώστε οι χαρακτήρες να είναι διακριτοί και αυτόνομοι στο μάτι και το αυτί του θεατή. Έλλειψη συντονισμού παρατήρησα και στο χορό με κάποιους να πατούν σε λάθος τονισμούς και κάποιες φωνές να ακούγονται αδύναμες και να χάνονται στη μουσική που συνόδευε το λόγο.

Η Αθηνά Μαξίμου ερμήνευσε την Αντιγόνη, τον Τειρεσία και τον Άγγελο. Η Αντιγόνη της είχε ένα σχεδόν μόνιμο παράπονο και λυγμό στη φωνή και μια παθητικότητα στην κίνηση, χωρίς έτσι να καταφέρει να αναπτύξει με επάρκεια τη δυναμική και επαναστατική πλευρά της ηρωίδας της. Δε διεκδικούσε το δίκιο των άγραφων νόμων των θεών που επικαλούνταν, αλλά έμοιαζε να εκλιπαρεί τον Κρέοντα να τους σεβαστεί. Και η όποια αντιπαράθεση μαζί του δεν είχε την απαραίτητη αιχμηρότητα και οξύτητα. Σαν Τειρεσίας είχε μια πιο αποφασιστική και αμετακίνητη παρουσία απέναντι στην εξουσία και στάθηκε πολύ πιο κοντά στις απαιτήσεις του ρόλου, προσεγγίζοντάς τον από τη σωστή πλευρά του.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης υποδύθηκε τόσο τον Κρέοντα, όσο και την Ευριδίκη τη γυναίκα του. Η ίδια η χροιά της φωνής του και η σωστή και καθαρή άρθρωσή του, τον οδήγησαν στο να πλάσει έναν Κρέοντα γνήσια δεσποτικό, στα όρια της αλαζονείας, αλλά όχι κραυγαλέο, χωρίς υστερίες και άσκοπες κορυφώσεις. Η δε κίνησή του είχε μέτρο, στιβαρότητα και κύρος και συνόδεψε αρμονικά το λόγο του. Παρόμοιας έντασης ήταν και η συντριβή του μετά το θάνατο του Αίμωνα και της Ευριδίκης, πεπτωκώς βασιλιάς και άνθρωπος.
Η Ευριδίκη του μπορεί να μην είχε την ίδια δυναμική, αλλά και πάλι την αποτύπωσε με τρόπο αξιοπρεπή.
Ο Μιχάλης Σαράντης έπαιξε την Ισμήνη, το σκοπό, τον Αίμωνα και τον Άγγελο. Στην Ισμήνη ακουγόταν υποτονικός και έμοιαζε να μην επικοινωνεί σκηνικά με την Αντιγόνη, φλερτάροντας με την καρικατούρα και ερμηνεύοντας σε άλλο μήκος κύματος. Στο σκοπό άλλαξε τον τόνο φωνής του, χωρίς όμως και πάλι να γίνει πειστικός ως προς την ένταση του φόβου που νιώθει με τα νέα που κομίζει στο βασιλιά, αλλά η κίνησή του στο χώρο παρέμεινε σχεδόν ίδια με αυτή της Ισμήνης. Στον Αίμωνα διέκρινα μια υπερβολή στο λόγο και έναν ακκισμό στην κίνηση, αχρείαστα για το χαρακτήρα που ήθελε να δημιουργήσει.
Ο χορός που είχε σε γενικές γραμμές μια αξιοπρεπέστατη συμμετοχή είχε μέλη του τον Κρις Ραντάνοφ, τον Τίτο Λίτινα, το Σωκράτη Πατσίκα, τον Πάρι Θωμόπουλο, τον Παναγιώτη Κλίνη, τη Σμαράγδα Κάκκινου και την Άννα Λάκη. Οι δύο πρώτοι είχαν την πιο δυναμική και ουσιαστική παρουσία, τόσο φωνητικά, όσο και κινητικά, ανταποκρινόμενοι απόλυτα στις απαιτήσεις, ενώ ικανοποιητικά στάθηκαν και οι Πατσίκας, Θωμόπουλος.
Ο Παναγιώτης Κλίνης φωνητικά ακουγόταν εξαιρετικά παράταιρος, ενώ τα κορίτσια του χορού έδιναν σε κάποιες σκηνές μάχη για να ακούγονται, ειδικά όταν το λόγο συνόδευε η μουσική.
Η Άννα Λάκη έπαιζε ζωντανά ακορντεόν.

Τα σκηνικά επιμελήθηκε η Εύα Νάθενα με ένα βράχο να δεσπόζει στο μέσον της σκηνής και να λειτουργεί τόσο σα μέσο επίδειξης εξουσίας, αλλά και σαν τάφος-καθαρτήριο των ψυχών. Η ίδια έκανε και τα κοστούμια της παράστασης, τα οποία απέδωσαν σωστά την αρχαία εποχή της τραγωδίας, χωρίς να είναι κραυγαλέα. Μοναδική παραφωνία η ενδυματολογική προσέγγιση της Ισμήνης, που τη βρήκα ατυχή.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης έγραψε τη μουσική, η οποία συνόδεψε αρμονικά το λόγο, δένοντας και φλερτάροντας δημιουργικά μαζί του.
Η μουσική διδασκαλία ήταν της Άννας Λάκη.
Η κίνηση της Αγγελικής Στελλάτου είχε πολύ καλές στιγμές στο χορό και το άπλωμά του στο χώρο, αλλά είχε μια περιοριστική παθητικότητα στην Αντιγόνη και μια υπερβολή τόσο στο σκοπό, όσο και στον Αίμωνα.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου είχαν σωστή εστίαση στους χαρακτήρες και έπαιξαν με τους χρωματισμούς στις συναισθηματικές τους διακυμάνσεις.

Στη σκηνή του Ηρωδείου, παρακολούθησα μια παράσταση, που θέλησε στηριζόμενη στην αμφισημία του κειμένου και την αιχμηρότητα των συγκρούσεων των χαρακτήρων, να τονίσει τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων της και να πλάσει ολοκληρωμένους και διακριτούς χαρακτήρες. Η μετάφραση και η διασκευή του έργου είχε καλές στιγμές, αλλά δεν μπόρεσε να αποδώσει την πλήρη δυναμική του λόγου και του συναισθήματος που αυτός εκλύει, ενώ και η σκηνοθετική προσέγγιση είχε κάποιες αρρυθμίες που οδήγησαν σε κοιλιές στη ροή και την εξέλιξη της ιστορίας και ανισοβαρείς ερμηνείες, οι οποίες είχαν αρκετές φωτεινές στιγμές, αλλά και άλλες, όπου δεν υπήρχε ισορροπία και μέτρο. Μία γενικά καλή προσπάθεια που μου άφησε όμως μια έντονη επίγευση μη ολοκλήρωσης.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.