«ΣΛΗΜΑΝ ΙΙΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΣΛΗΜΑΝ ΙΙΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 rating 1 vote

          Το «Σλήμαν III» φαντάζει ως το ιδανικό εναρκτήριο έργο για ένα διεθνές φεστιβάλ: πολυγλωσσικό, διακαλλιτεχνικό, υψηλής αισθητικής, γεμάτο πολιτισμικές αναφορές. Ακριβώς γι' αυτό, είναι φτιαγμένο πρωτίστως για το πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου και δευτερευόντως για μια πραγματική ανάγκη επικοινωνίας με το κοινό.
          Με αφετηρία τα ημερολόγια του Ερρίκου Σλήμαν και τις ανασκαφές της Τροίας, ο Heiner Goebbels και ο Michael Simon συνθέτουν ένα πολυμεσικό έργο, που μετατρέπει τον θεατή σε περιηγητή ενός ζωντανού αρχαιολογικού τοπίου. Ο χώρος Δ της Πειραιώς 260 γίνεται πεδίο ανασκαφής, όπου εικόνες, ήχοι, φωνές και θραύσματα αφηγήσεων αποκαλύπτουν διαδοχικά επίπεδα ιστορικής και πολιτισμικής μνήμης.
          Το «Σλήμαν III» ανήκει σε μια παράδοση ευρωπαϊκού μεταδραματικού θεάτρου, που εδώ και χρόνια επενδύει στην εικόνα, τον ήχο και την εγκατάσταση περισσότερο απ’ ό,τι στην αφήγηση. Το θέμα είναι ότι, όσο πρωτοποριακό κι αν υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα δεν προκαλεί πια την ίδια αίσθηση ανακάλυψης. Σε αρκετές στιγμές η παράσταση μοιάζει να αναπαράγει με άψογη τεχνική επάρκεια μία ήδη αναγνωρίσιμη γλώσσα υψηλού ευρωπαϊκού πολιτισμού, που αφενός γοητεύει τους γνώστες της σύγχρονης σκηνής, αφετέρου δεν είναι βέβαιο ότι διακινδυνεύει κάτι πέρα από αυτό.
          Το έργο εντυπωσιάζει πρωτίστως ως μηχανισμός αισθήσεων. Ο Michael Simon στήνει έναν σκηνικό χώρο με εξαιρετική πλαστικότητα, όπου τα φώτα δεν υπηρετούν απλώς τη δράση, αλλά τη νοηματοδοτούν. Οι φωτιστικές μεταβολές λειτουργούν σαν στρώματα ανασκαφής, τα οποία αποκαλύπτονται και ξαναθάβονται διαρκώς, δημιουργώντας μερικές από τις πιο δυνατές εικόνες της συνθήκης. Υπάρχουν στιγμές όπου το βλέμμα καθηλώνεται από την αρχιτεκτονική του χώρου περισσότερο απ’ ό,τι από όσα συμβαίνουν μέσα σε αυτόν.
          Εδώ όμως εμφανίζεται και η βασική αδυναμία του έργου. Η σκηνική εγκατάσταση είναι τόσο ισχυρή, ώστε συχνά καταπίνει το θεατρικό γεγονός. Για μια παράσταση που μιλά για ανασκαφή, υλικότητα και γη, το ανθρώπινο σώμα παραμένει παράξενα άυλο. Οι ερμηνευτές λειτουργούν συχνά ως φορείς κειμένων, ήχων, εικόνων και καλούνται να περιφέρονται μέσα σε ένα ήδη ολοκληρωμένο εικαστικό σύμπαν, χωρίς να μπορούν να το διαταράξουν ή να το μετασχηματίσουν. Μολονότι η παράσταση περιστρέφεται γύρω από την έννοια της μνήμης, ωστόσο δεν αφήνει πάντοτε ισχυρές μνήμες πίσω της. Θυμάσαι φωτιστικές εικόνες, ηχητικά περάσματα, χωρικές μεταμορφώσεις. Δυσκολότερα θυμάσαι μια σκηνή που σε συγκλόνισε, μια φράση που σε στοίχειωσε ή μια ανθρώπινη παρουσία που να έγινε το κέντρο βάρους της εμπειρίας.
          Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το έργο αποτυγχάνει. Σημαίνει ότι η επιτυχία του είναι περισσότερο αισθητική και λιγότερο υπαρξιακή ή πολιτική. Είναι μια παράσταση που κερδίζει τον σεβασμό σου ευκολότερα απ’ ό,τι την αφοσίωσή σου.
          Η μουσική σύνθεση του Heiner Goebbels με αποσπάσματα από την Ιλιάδα, μέρη από τους Τρώες του Hector Berlioz, δημοτικά τραγούδια, ηλεκτρονικοί ήχοι, ψευδοαρχαϊκές απαγγελίες και προηχογραφημένα μουσικά αποσπάσματα δημιουργεί ένα πυκνό ηχητικό παλίμψηστο, το οποίο ναι μεν ανταποκρίνεται στην ιδέα των αρχαιολογικών στρωμάτων, αλλά σε σημεία είναι ασαφές κι ασύνδετο.
          Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ελληνική συμμετοχή των: Λυδίας Κονιόρδου, Ακύλλα Καραζήση, Ανδρομάχης Φουντουλίδου, Άγγελου Κυδωνιεύς και των μουσικών: Ανέστη Μπαρμπάτση στο μπουζούκι και Φιλίππου Φασούλα στο κλαρίνο, ενώ ακούγεται και απόσπασμα από ανέκδοτο μουσικό έργο του Θανάση Μωραΐτη πάνω σε ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη.
          Τι καινούργιο, λοιπόν, μαθαίνουμε για την Τροία, τον Σλήμαν ή την ίδια την έννοια της μνήμης στο πέρας της παράστασης; Αν η απάντηση είναι «τίποτα συγκεκριμένο», τότε το έργο λειτουργεί περισσότερο ως εμπειρία ατμόσφαιρας παρά ως πράξη ανακάλυψης. Κι αυτό είναι μια συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή, αλλά όχι αναγκαστικά μια αδιαμφισβήτητη αρετή.
          Το «Σλήμαν III» ανασκάπτει ακούραστα χώρους, ήχους, εικόνες και λιγότερο τις αντιφάσεις της ιστορίας που επικαλείται. Πρόκειται για μια παράσταση υψηλής αισθητικής ευφυΐας, η οποία συχνά μοιάζει να θαυμάζει τα ευρήματά της περισσότερο απ’ όσο τα αμφισβητεί.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.