«ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τετάρτη, 31/12/2025 16:59
Τα τρία μονόπρακτα του Άντον Τσέχωφ «Η Πρόταση Γάμου», «Η Αρκούδα» και «Οι Βλαβερές Συνέπειες του Γάμου» λειτουργούν συχνά ως ασφαλές καταφύγιο για το θέατρο: είναι σύντομα, αναγνωρίσιμα, κωμικά, με εγγυημένη ανταπόκριση από το κοινό. Σκιαγραφούν τρεις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης αδυναμίας: της ανάγκης για συντροφικότητα που μετατρέπεται σε σύγκρουση, συμβιβασμό ή σιωπηλή παραίτηση. Όμως, η συνύπαρξη τους αποδεικνύει ότι ο Τσέχωφ δεν αντέχει την επιφανειακή ανάγνωση. Όταν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως φάρσα, χάνει τη δηλητηριώδη ακρίβειά του. Όταν, όμως, διαβαστεί με τόλμη, αποκαλύπτει έναν κόσμο βαθιά δυσλειτουργικό.
Τα «Η Πρόταση Γάμου» και «Η Αρκούδα» κινούνται σε γνώριμα, σχεδόν αναμενόμενα μονοπάτια. Η φαρσική ένταση, οι λεκτικές εκρήξεις και η σωματική υπερβολή παράγουν γέλιο, συχνά όμως εις βάρος της ουσίας. Οι χαρακτήρες λειτουργούν ως καρικατούρες, όχι επειδή το επιβάλλει ο Τσέχωφ, αλλά επειδή η σκηνική ανάγνωση επιλέγει την ασφάλεια της εξωστρεφούς κωμωδίας.
Το «Η Πρόταση Γάμου» μεταφέρει το βάρος από το συναίσθημα στο συμφέρον. Το τακτοποιημένο σαλόνι γίνεται σκηνικό μιας ακατάπαυστης λεκτικής μάχης, όπου ο γάμος αντιμετωπίζεται ως διαπραγμάτευση και όχι ως επιθυμία. Οι φωτισμοί υπογραμμίζουν τη γελοιότητα των χαρακτήρων, που τσακώνονται «στο φως της ημέρας», χωρίς ίχνος ρομαντισμού. Οι ερμηνείες βασίζονται στον νευρικό ρυθμό, στις απότομες συναισθηματικές εκρήξεις και στη σχεδόν μηχανική επανάληψη της σύγκρουσης.Το γέλιο είναι άμεσο, αλλά σύντομο. Λείπει το τσέχωφικό «κάτι», που μένει αφού πέσει η αυλαία, η αίσθηση του κενού πίσω από τη φλυαρία.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη χήρα Έλενα Ποπόβα και τον Σμιρνώφ, ο οποίος «ταράζει» κυριολεκτικά και συμβολικά την τάξη του σπιτιού της, στο δεύτερο μονόπρακτο «Η Αρκούδα» τείνει στο κωμικό σκετς, με έμφαση στη γελοιότητα και τη σκηνική υπερβολή, παρά στην υποδόρια κοινωνική κριτική που διακρίνει το πρωτότυπο. Εκεί, όπου ο Τσέχωφ αποδομεί την κοινωνική συμπεριφορά, η παράσταση απλώς αναπαράγει στερεότυπα με τρόπο ασφαλή και διασκεδαστικό, χωρίς να τα ανατρέπει ουσιαστικά. Η κίνηση αυτή δημιουργεί μια εμπειρία που «γελάει με την ανθρώπινη αδυναμία» αντί να την εξετάζει σε βάθος.
Αντίβαρο σε αυτή την εξωστρέφεια, αποτελεί το «Οι βλαβερές συνέπειες του γάμου». Εδώ, ο συγγραφέας παύει να είναι διασκεδαστικός και γίνεται επικίνδυνος, αφού το γέλιο χαμηλώνει και ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μια πιο σκοτεινή και εσωτερική εκδοχή του τσεχωφικού κόσμου. Ο Μπέζος αρνείται τη φάρσα και επιλέγει μια σκηνοθεσία χαμηλόφωνη και λιτή. Ο ρυθμός δεν χαρίζεται σε εύκολες κορυφώσεις, αλλά αφήνει χώρο στις παύσεις, στις σιωπές και στις στιγμές αμηχανίας. Όλα τα στοιχεία ενισχύουν την αίσθηση εγκλωβισμού, τόσο σωματικού όσο και ψυχικού. Ο Νιουχίν δεν παρουσιάζεται απλώς ως κωμικό πρόσωπο, αλλά ως άνθρωπος βαθιά εγκλωβισμένος σε έναν γάμο που τον έχει ακυρώσει ως ύπαρξη. Με αφορμή τη διάλεξη που καλείται να δώσει για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, βρίσκει, για λίγα μόνο λεπτά, το θάρρος να πει την αλήθεια του. Η ερμηνευτική γραμμή οδηγεί το γέλιο σε αδιέξοδο: όσο περισσότερο γελάει ο θεατής, τόσο πιο ξεκάθαρη γίνεται η τραγικότητα του ήρωα. Πρόκειται για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις, όπου το μονόπρακτο αποκτά υπαρξιακό βάθος, χωρίς να προδίδει τον συγγραφέα.
Τα λειτουργικά σκηνικά της Άννας Ζούλια, τα ενδεικτικά κοστούμια της Κατερίνας Παπανικολάου και οι συνεπείς φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου πλαισιώνουν τη δράση.
Η παράσταση, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Γιάννη Μπέζου, μοιάζει με καλοστημένο παιχνίδι που παίζεται με ασφάλεια, καθώς κανείς δεν τραβάει τα βλέμματα και κανείς δεν «καίει» τη σκηνή. Έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις μια «εκπαιδευμένη παράσταση», όπου κάθε ηθοποιός φαίνεται να γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, αλλά κανείς δεν το κάνει με τόλμη.
Η παρουσία του Γιάννη Μπέζου στο σανίδι είναι αδιαμφισβήτητα ηγετική, αλλά πολλές φορές μοιάζει να κρατάει την παράσταση σε «ασφαλές επίπεδο». Η σκηνοθετική του ματιά φαίνεται στο πώς καθοδηγεί τον θίασο, αλλά η ίδια η ερμηνεία του περιορίζεται σε ένα στιλιζαρισμένο, προβλέψιμο εύρος εκφραστικότητας.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Δάφνη Κιουρκτσόγλου, Ντένια Στασινοπούλου, Δημήτρης Φιλιππίδης και Ηρακλής Κρομμύδας) δίνουν σταθερές, αναμενόμενες ερμηνείες.
Η παράσταση υπενθυμίζει ότι ο Τσέχωφ δεν έγραψε για να μας διασκεδάσει, αλλά για να μας εκθέσει. Και όταν το θέατρο τολμά να τον αντιμετωπίσει χωρίς ευκολίες, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς επιτυχημένο, είναι ενοχλητικό. Και αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Τσέχωφ ή Τσέχωφ-style;


