• Buzz
  • «ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
«ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, «Το Τρίτο Στεφάνι», σκηνοθετημένο από τον Στάθη Λιβαθινό, στην εύγλωττη διασκευή του Στρατή Πασχάλη, παρουσιάζεται στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν ως μια βαθιά ανθρώπινη και θεατρικά ώριμη ανάγνωση. Ο Λιβαθινός προσεγγίζει το κείμενο με σεβασμό στη λογοτεχνική του δύναμη, χωρίς να το αντιμετωπίζει μουσειακά. Αντίθετα, αναδεικνύει τη ζωντάνια του λόγου και τη διαχρονικότητα των χαρακτήρων, μεταφέροντας στη σκηνή την κοινωνική και ψυχολογική τομή της ελληνικής πραγματικότητας του 20ου αιώνα.
          Το μυθιστόρημα συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την ατομική εμπειρία με τη συλλογική ιστορία. Μέσα από τις ζωές δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ο συγγραφέας παρουσιάζει την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας του 20ου αιώνα, φωτίζοντας κυρίως τη θέση της γυναίκας και τους περιορισμούς που της επιβάλλονται.
          Κεντρικό θέμα του είναι ο γάμος και η οικογένεια. Ο γάμος παρουσιάζεται όχι ως ρομαντική ολοκλήρωση, αλλά ως κοινωνική ανάγκη και πολλές φορές ως παγίδα, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Ο τίτλος συμβολίζει την επαναλαμβανόμενη προσπάθεια για ευτυχία και μία νέα αρχή, αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνει και τη ματαίωση των προσδοκιών. Οι ηρωίδες εγκλωβίζονται σε κοινωνικές συμβάσεις, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν τους επιτρέπει εύκολα την αυτονομία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η παρουσία της ιστορίας. Τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως ο Μεσοπόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος, δεν παρουσιάζονται μέσα από επίσημες αφηγήσεις, αλλά μέσα από την καθημερινή εμπειρία των απλών ανθρώπων. Έτσι, η ιστορία γίνεται βιωματική και ανθρώπινη, αποκαλύπτοντας τις συνέπειες των κοινωνικών αναταραχών στην προσωπική ζωή.
          Η σκηνοθετική γραμμή δίνει έμφαση στον λόγο και στην ερμηνευτική δύναμη των ηθοποιών, επιτρέποντας στις αφηγήσεις της Εκάβης και της Νίνας να ξεδιπλωθούν με θεατρική αμεσότητα και συναισθηματική ακρίβεια. Ο ρυθμός είναι μελετημένος, ώστε να μην κουράζει, παρά τη μεγάλη διάρκεια και τον πλούτο του κειμένου. Ο Λιβαθινός χειρίζεται με ισορροπία το χιούμορ και τη σκληρότητα του έργου: οι κωμικές στιγμές λειτουργούν ως ανάσα, χωρίς να αποδυναμώνουν τη δραματική ένταση, ενώ η τραγικότητα των προσώπων προκύπτει αβίαστα, χωρίς μελοδραματισμούς. Οι κεντρικές ερμηνείες των δύο γυναικείων μορφών -της Εκάβης και της Νίνας- αποτελούν τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται ολόκληρη η παράσταση.
          Ευφυής είναι ο τρόπος που περνούν μπροστά στα μάτια μας οι ιστορίες της Εκάβης, της Νίνας, του Αντώνη, του Γιάννη, της Ερασμίας, της Πολυξένης, του Δημητράκη και της Μαρίας. Σαν ένα παλιό άλμπουμ με κιτρινισμένες φωτογραφίες, όπου η Νίνα, μία σύγχρονη γυναίκα του 21ου αιώνα, ξεφυλλίζει με νοσταλγία το παρελθόν. Και κάθε ιστορία ζωντανεύει μοναδικά σαν θέατρο εν θεάτρω με μουσική, χορό και κομπέρ.
          Η ζωντανή μουσική από τον Μιχάλη Κωτσόγιαννη λειτουργεί κυρίως υποστηρικτικά. Δεν επιβάλλεται συναισθηματικά, αλλά συνοδεύει διακριτικά τη δράση, ενισχύοντας το κλίμα της εποχής και τη νοσταλγική διάσταση του έργου. Κάθε φορά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις σκηνές με τον εξαιρετικό Νίκο Καρδώνη σε ρόλο κομπέρ να υπαινίσσεται ιστορικά γεγονότα πάνω στους περιπαιχτικούς στίχους του Στρατή Πασχάλη.
          Σημαντικό ρόλο παίζει και η σκηνική λιτότητα της Ελένης Μανωλοπούλου, που αφήνει χώρο στη φαντασία του θεατή και υποστηρίζει την πολυφωνία του έργου. Δεν επιδιώκει τον ρεαλισμό, αλλά λειτουργεί συμβολικά, ως χώρος μνήμης και αφήγησης. Τα ελάχιστα πολυχρηστικά σκηνικά αντικείμενα επιτρέπουν γρήγορες μεταβάσεις. Η λιτότητα αυτή επιτρέπει στον λόγο να κυριαρχήσει, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη διαχρονικότητα της ιστορίας. Ο θίασος κινείται συχνά σε διαφορετικά επίπεδα του Θεάτρου Τέχνης της οδού Φρυνίχου ή απομονώνεται σκηνικά, ενισχύοντας την ψυχολογική του διαδρομή. Η ίδια επιμελείται και τα καλόγουστα κοστούμια εποχής.
          Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, που παίζουν ενεργό δραματουργικό ρόλο. Οι εναλλαγές φωτός οριοθετούν χρονικές και ψυχικές μεταβάσεις, υπογραμμίζοντας άλλοτε την εξομολογητική διάθεση των μονολόγων και άλλοτε τη συλλογική διάσταση της αφήγησης. Οι χαμηλοί φωτισμοί εντείνουν την αίσθηση της ενδοσκόπησης, ενώ οι πιο ανοιχτές φωτιστικές συνθήκες συνοδεύουν τις σκηνές κοινωνικής εξωστρέφειας.
          Σε επίπεδο ερμηνειών, οι δύο κεντρικοί ρόλοι λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς της παράστασης.
          Η Μαρία Σαββίδου πλάθει τον ρόλο της πληθωρικής «Εκάβης» με ευθυβολία και γνώση. Η ηρωίδα της είναι το σύμβολο της γυναικείας υπομονής και αντοχής με έντονη παρουσία, αυθορμητισμό αλλά και λαϊκή σοφία.
          Η Βιργινία Ταμπαροπούλου διαγράφει την ευάλωτη, συναισθηματικά παγιδευμένη σε κοινωνικές συμβάσεις «Νίνα» με εσωτερικότητα.
          Οι δευτερεύοντες ρόλοι (Άρης Τρουπάκης, Στάθης Κόικας, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Λίλλυ Μελεμέ, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Αντώνης Γιαννακός, Ερατώ Πισσή, Άννα Μάγκου, Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Πάρης Λεόντιος, Βασίλης Ζαφειρόπουλος) δεν λειτουργούν απλώς υποστηρικτικά, αλλά συνθέτουν ένα ζωντανό κοινωνικό μωσαϊκό με συνοχή και πειθαρχία. Οι ηθοποιοί εναλλάσσουν ρόλους και ηλικίες με ευκολία, διατηρώντας σαφήνεια και θεατρική οικονομία.
         Η παράσταση «Το Τρίτο Στεφάνι», σε σκηνοθεσία του Λιβαθινού, καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα πιστή στο πνεύμα του Ταχτσή και ουσιαστικά σύγχρονη, επιβεβαιώνοντας τη θέση του μυθιστορήματος ως ζωντανό κομμάτι της νεοελληνικής θεατρικής παρακαταθήκης. Με λίγα λόγια, μία μαγική παράσταση!

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.