• BUZZ
  • Άρθρο
  • Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ
Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Χρόνια το γυροφέρνω. Από τότε που συναντήθηκα με την πραγματικότητα του Γιάννη. Να γράψω κάτι για το Σκοπιανό ή να μη γράψω. Θα καταλάβετε σε λίγο γιατί δίσταζα.
Εδώ και λίγους μήνες, κάθε φορά που εκφράζω επιφυλάξεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών –αρχής γενομένης από το όνομα της χώρας, της εθνότητας, της γλώσσας– όλοι οι αριστερόστροφοι φίλοι μου με παίρνουν απ΄τα μούτρα.
Όταν δεν πείθομαι από ένα επιχείρημα, που θεωρώ ανεπαρκές ή αυθαίρετο, έχω θέμα. Θα ξεκινήσω από ένα φαινομενικά ασήμαντο παράδειγμα, που όμως δείχνει πιθανόν την ελαφρότητα των ξένων ως προς αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, έξι χρόνια στο Παρίσι, γιατί οι Γάλλοι ονόμασαν Μακεδονία τη ρώσικη σαλάτα. Τους θύμιζε, λέει, το μείγμα των λαών που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή τον 19ο αιώνα, πριν απελευθερωθεί από τους Τούρκους, όπως παρουσιάζονταν στους τότε χάρτες με στοιχεία πολύχρωμα. Σαν τη σαλάτα. Εμένα πάλι που τη Μακεδονία τη γνώρισα αμιγώς Ελληνική –εξαιρουμένης της αριθμητικά περιορισμένης σλαβομακεδονικής μειονότητας που έχει ιδιόρρυθμη εθνική συνείδηση– δεν μου θύμιζε τίποτα πολυσυλλεκτικό.
Θα μου πεις πως γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν ως Μακεδόνες στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας –και νωρίτερα. Πως θα τους πείσεις πως δεν έχουν τίποτα κοινό με αυτό που εννοούμε εμείς ως Μακεδόνες; Είναι ένα θέμα σοβαρό. Ιδίως όταν τραινάρει… Βέβαια, χρησικτησία σε δικαιώματα όπως το όνομα μιας χώρας δεν νοείται.
«Ο γιατρός δήλωσε πως για να μου περάσει το πόδι πρέπει πρώτα απ’ όλα να σηκωθώ απ’ το χώμα κι απ’ την υγρασία τ’ αντίσκηνου. Και επειδής δε δέχτηκα με κανέναν τρόπο να πάω στο Νοσοκομείο, ο λοχαγός μου φρόντισε και μ’ έβαλε εδώ, σ’ ένα σπίτι του κοντινού χωριού. [...] Οι χωριάτες με δέχτηκαν ανοιχτόκαρδα κι απλά. Και σαν απόμεινα ολομόναχος μαζί τους, άρχεψαν να μου μιλάνε σχεδόν όλοι μαζί, με τη γλώσσα τους που δεν την καταλάβαινα [...] Η βαθιά ανάγκη που με σπρώχνει να επικοινωνήσω πιο καλά με την πρωτόγονη ψυχήν αυτονών των ανθρώπων, μ’ έκανε να πολεμώ πεισμωμένα να μπω μες στο νόημα του γλωσσικού τους ιδιώματος. Είναι ένα σλαβικό παρακλάδι με πολλά τούρκικα και ρωμέικα στοιχεία. [...] Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του “Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης”. [...] Ωστόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε “Μπουλγκάρ”, μήτε “Σρρπ” (Σέρβοι), μήτε “Γκρρτς” (Έλληνες). Μοναχά “Μακεντόν ορτοντόξ”» γράφει ο Στράτης Μυριβήλης το 1924 στο συγκλονιστικό αντιπολεμικό του έργο «Η ζωή εν τάφω» που αναφέρεται στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου από τον Μάιο του 1917 έως τον Απρίλιο του 1918.
Για την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων το θέμα των Σκοπίων είναι –καλώς ή κακώς– υψίστης σημασίας. Και η Συμφωνία των Πρεσπών κάτι σαν παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Κανένας απολύτως Μακεδόνας –για να μην πω κανένας Έλληνας– δεν συμφωνεί με την καρδιά του να ονομαστεί Μακεδονία το όμορο κρατίδιο, έστω και Βόρεια. Κανένας απολύτως δεν έχει ολοκληρωτικά πεισθεί πως δικαιούνται οι γείτονες να αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες ερήμην της πολιτιστικής ταυτότητάς τους. Και γεωγραφικά αν το πάρεις, μόνο ένα μέρος από την εδαφική τους επικράτεια ήταν κομμάτι της αρχαίας Μακεδονίας. Οι Παίονες που κατοικούσαν τότε στην περιοχή δεν ήταν Μακεδόνες. Άσε τη σύνθεση του πληθυσμού τους σήμερα.
Διαπραγμάτευση θα πει συμβιβασμός με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μας λένε και μας ξαναλένε οι ιθύνοντες. Ναι, αλλά εμείς δεν είχαμε ούτε έχουμε καμιά πρεμούρα να μπουν οι γείτονες εδώ και τώρα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με την προκλητική τους συμπεριφορά τα τελευταία χρόνια το χάσμα βάθυνε. Κάτι το αστέρι της Βεργίνας, κάτι ο Μεγαλέξαντρος, κάτι οι αλυτρωτικές τους βλέψεις στο Αιγαίο το πράμα ήρθε κι έδεσε. Ο σλαβομακεδόνας Γκρουέφσκι δεν βρήκε άλλο τρόπο να ξορκίσει την ελληνική καταγωγή του από το να οικειοποιηθεί την ιστορία της ελληνικής Μακεδονίας για πάρτη του. Και για όσους συμπατριώτες του έχουν και κείνοι πρόβλημα ταυτότητας. Και έσπειρε το μίσος. Και τώρα θέλουν να πιστέψουμε πως σε λίγους μήνες μέσα όλα έχουν ξεχαστεί.
Ο Γιάννης, εξαιρετικό παιδί και ταλαντούχος συνάδελφος, που έχει ίδιες ρίζες κι αυτός με τον Γκρουέφσκι, ένα βράδυ, με λίγο τσιπουράκι παραπάνω, έβγαλε τέτοιο βαθύ καημό από μέσα του που τάχασα. «Δεν μ΄άφηναν ούτε τα κάλαντα να πω στη γλώσσα μου. Καταλαβαίνεις; Με έδερναν. Καταλαβαίνεις τι θα πει αυτό για ένα παιδάκι;» Δεν είχα ιδέα για τι πράγμα μου μιλούσε. Στη γλώσσα του; Ποια γλώσσα του; Ποιοι δεν τον άφηναν; Και για ποιο λόγο; «Αυτούς τους Έλληνες ήθελα να τους έσφαζα. Μ΄ ένα χασαπομάχαιρο. Που μου μαυρίσαν την ψυχή. Κατάλαβες;». Κατάλαβα και μούδιασα. Είχε περάσει μια ζωή ολόκληρη από τότε αλλά δεν είχε συγχωρήσει. Όχι άδικα. Έλληνας δεν γίνεσαι με το ζόρι. Κι ας είχε γεννηθεί εδώ. Δεν ένιωθε Έλληνας. Πάππου προς πάππου σλαβομακεδόνας.
Αυτές είναι οι συνέπειες όταν εφαρμόζεις μέτρα γλωσσικής αφομοίωσης με τη βία.
Αυτό ακριβώς φοβάμαι για το μέλλον. Πως ούτε οι Μακεδόνες θα ξεχάσουν. Οι δικοί μας Μακεδόνες, εννοώ. Είδες που τώρα χρειαζόμαστε διευκρινίσεις ποιους εννοούμε; Δεν θα ξεχάσουν πως η λύση αυτή τους επιβλήθηκε χωρίς να τους ρωτήσουν. Με τη βία.
Τέτοιες αποφάσεις δεν παίρνονται χωρίς δημοψηφίσματα. Δεν παίρνονται με τόσο ισχνές πλειοψηφίες. Οριακές. Και δω και στα Σκόπια. Να κυνηγάνε βουλευτές στους διαδρόμους της Βουλής για να ψηφίσουν. Με εξαγορές και εκβιασμούς. Στα μουλωχτά. Σα φάρσα δηλαδή.
Το θέμα είναι σοβαρό. Η ζώσα μνήμη θα μετρήσει. Όχι το κείμενο μιας συμφωνίας.
Υ.Γ. «Μερικές (σλαβομακεδόνικες) λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί πέταξε λένε π΄ρρλιτς. Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο ηχητικά το πέταγμα του πουλιού». Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω.
. Όταν πρωτοπήγα στις Πρέσπες, σε έναν καφενέ που μπήκα να ρωτήσω κάτι, μιλούσανε τη γλώσσα τους. Ένιωσα ξένος. Ήμουν απροπόνητος.
Αφιερωμένο στον Γιάννη.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.