«ΜΗΔΕΙΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ΜΗΔΕΙΑ» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Σκοτάδι, παιδικά παιχνίδια, παραμορφωμένα πρόσωπα και μια γυναίκα που στέκεται στην άκρη του κόσμου της. Στη «Μήδεια» του Ευριπίδη, ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς δεν αναζητά την ασφαλή απόσταση της κλασικής αναπαράστασης. Βυθίζει τη σκηνή σε έναν τόπο ονειρικό και απειλητικό, όπου η μνήμη μπλέκεται με τον εφιάλτη και η οικογενειακή θαλπωρή μετατρέπεται αργά σε προμήνυμα καταστροφής. Μάσκες, σκιές, μουσική, σώματα και αντικείμενα μοιάζουν να αναδύονται από το σκοτεινό υποσυνείδητο της ηρωίδας. Κι όσο η Μήδεια πλησιάζει προς την πράξη που θα την καταστήσει αιώνια τραγική μορφή, η σκηνή μοιάζει να χάνει σταδιακά την πραγματικότητά της και να μεταμορφώνεται σε έναν εφιάλτη από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξυπνήσει.
          Η παράσταση του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, σε μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, ενδιαφέρεται λιγότερο να αφηγηθεί τη «Μήδεια» και περισσότερο να δημιουργήσει την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μέσα στη συνείδησή της. Η σκηνοθεσία του απομακρύνεται από τον εύκολο ρεαλισμό και παρουσιάζει μια σκοτεινή, αρχέγονη ιστορία για την προδοσία, την εξορία, την απώλεια και την ανεξέλεγκτη δύναμη της εκδίκησης. Η Ευριπίδεια τραγωδία μετατρέπεται σε ένα εικαστικά επιβλητικό τελετουργικό, και ο θεατής καλείται να παραμείνει μέσα στον εφιάλτη της ηρωίδας - εκεί όπου η αγάπη και το μίσος, η μητρότητα και η καταστροφή, η θεϊκή δύναμη και η ανθρώπινη συντριβή γίνονται ένα.
          Και αν κάποιες στιγμές η συμβολική γλώσσα μοιάζει να επιμένει περισσότερο από όσο χρειάζεται, η συνολική σκηνοθετική πρόταση διαθέτει σαφή ταυτότητα. Ο Μιλιβόγεβιτς δεν σκηνοθετεί μια «Μήδεια» πρωτίστως κοινωνική, ούτε επιχειρεί να αναγάγει την ηρωίδα σε σύγχρονο σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης. Επιλέγει κάτι σκοτεινότερο και πιο σύνθετο. Η Μήδεια είναι, αφενός, η ξένη, η ανεπιθύμητη, η γυναίκα που δεν χωράει στην κανονικότητα της πόλης και αφετέρου μια δύναμη που υπερβαίνει την ανθρώπινη κλίμακα.
          Αυτός ο διχασμός διατρέχει ολόκληρη την παράσταση. Η ηρωίδα είναι συγχρόνως γυναίκα και τέρας, μητέρα και φόνισσα, θύμα και θύτης. Και ο σκηνοθέτης, ευτυχώς, δεν σπεύδει να την δικαιολογήσει. Το ενδιαφέρον της ευριπίδειας Μήδειας βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν μπορεί να τακτοποιηθεί ηθικά.
          Το σκηνικό του Σωτήρη Μελανού αναπαριστά τον προσωπικό της Άδη χωρίς διέξοδο. Στο κέντρο της σκηνής δεσπόζει ένας μεγάλος μαύρος κυκλικός χώρος που θυμίζει λάκκο με φίδια ή έναν τόπο γεμάτο στάχτες. Τα μπλεγμένα στοιχεία μέσα του παραπέμπουν σε φίδια, ρίζες ή δεσμά, συμβολίζοντας τον εγκλωβισμό, την προδοσία και την οργή της Μήδειας. Γύρω από τον κύκλο βρίσκονται κόκκινες πόρτες, που δημιουργούν την αίσθηση ενός κλειστού και ασφυκτικού κόσμου. Η Μήδεια βρίσκεται διαρκώς απέναντι σε κλειστές πόρτες: απέναντι στον Ιάσονα, στην κοινωνία, στην πατρίδα της, ακόμη και απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Δεν προχωρά πραγματικά μπροστά, αλλά επιστρέφει ξανά και ξανά μέσα στη μνήμη της, ξαναζώντας τον έρωτα, την προδοσία, την οργή και το έγκλημα.
          Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η χρήση σκηνικών αντικειμένων. Τα παιδικά ρούχα, το καρουζέλ, το λούτρινο αρκουδάκι, το μικρό αμπαζούρ, το κόκκινο μπαλόνι, το φωτιζόμενο σεντούκι με τα γαμήλια δώρα, το μικρό σπίτι εισάγουν στη σκηνή μια εικόνα αθωότητας που γνωρίζουμε εξαρχής ότι πρόκειται να συντριβεί. Η παιδικότητα δεν παρουσιάζεται ως γλυκιά ανάμνηση, αλλά ως τραγική υπενθύμιση αυτού που πρόκειται να χαθεί.
          Η πιο δυνατή εικαστική στιγμή έρχεται στη σκηνική απόδοση της παιδοκτονίας, όταν το μικρό ομοίωμα του σπιτιού διαλύεται με βαριοπούλα από τη Μήδεια. Η εικόνα λειτουργεί πέρα από την κυριολεξία. Μαζί με το σπίτι καταρρέει η οικογένεια, η ιδέα της κοινής ζωής, αλλά και ο ίδιος ο κόσμος που η Μήδεια προσπάθησε να δημιουργήσει με τον Ιάσονα.
          Οι υπερμεγέθεις μάσκες είναι από τα στοιχεία που προσδίδουν στην παράσταση τον πιο έντονο τελετουργικό της χαρακτήρα, μετατρέποντας τα πρόσωπα σε αρχέτυπες φιγούρες ενός σκοτεινού μύθου. Ιδίως ο Χορός αποτελούμενος από τους (Εβίτα Αγαΐτση, Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντό, Ιωάννα Μπιτούνη, Κατερίνα Νταλιάνη, Μαριάμ Ρουχάτζε και Νίκο Τσιμάρα) παύει να είναι απλώς ένα συλλογικό πρόσωπο της πόλης. Γίνεται σχεδόν ένα σώμα-τέρας, ένα κοινωνικό υποσυνείδητο που παρακολουθεί την καταστροφή και αδυνατεί να την αναχαιτίσει. Εξαιρετική φωνητικά η Μαριάμ Ρουχάτζε στο σλάβικο μοιρολόι.
          Η ιδέα είναι ισχυρή. Ωστόσο, η χρήση της μάσκας, αφαιρώντας από το πρόσωπο την εκφραστική του λεπτομέρεια, αφαιρεί ενίοτε και μέρος της ανθρώπινης εγγύτητας. Η παράσταση κερδίζει σε αρχέγονη δύναμη ό,τι χάνει σε ψυχολογική λεπτομέρεια.
          Η κινησιολογία της Αμάλιας Μπένετ έχει ουσία. Το σώμα δεν αντιμετωπίζεται ως συμπλήρωμα του λόγου. Πολλές φορές, η κίνηση κατορθώνει να πει περισσότερα από τις λεκτικές εξηγήσεις. Βλέπουμε σώματα να κάνουν σχηματισμούς, να διαλύονται, να συσπειρώνονται, να απομακρύνονται. Και σε αυτό το σημείο η παράσταση είναι πραγματικά θεατρική.
          Λειτουργικά και όμορφα τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα.
          Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου συμβάλλουν αποφασιστικά στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που κινείται ανάμεσα στο τελετουργικό και το εφιαλτικό. Τα ηχητικά τοπία μοιάζουν με υπόκωφους παλμούς που προαναγγέλουν την καταστροφή, ένα αόρατο στοιχείο του εφιάλτη. Το φως, αντίστοιχα, χαράζει τα όρια ανάμεσα στον πραγματικό και τον φαντασιακό χώρο. Ωστόσο, εδώ επιστρέφει η βασική ένσταση απέναντι στη σκηνοθεσία, αφού η ατμόσφαιρα είναι τόσο προσεκτικά κατασκευασμένη, ώστε κάποιες φορές η παράσταση μοιάζει να θέλει να μας πει τι πρέπει να αισθανθούμε.
          Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επιστρέφει στον εμβληματικό ρόλο της «Μήδειας» ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες. Η ερμηνεία της απαιτεί όχι μόνο τεχνική επάρκεια αλλά και τη δυνατότητα να συνυπάρξουν αντιφατικές φύσεις. Η ηθοποιός αποφεύγει επιδέξια την παγίδα της μονοσήμαντης υστερίας και κατορθώνει να αποδώσει με ζήλο τις απότομες μεταβολές μιας γυναίκας, που παλεύει να κρατήσει υπό έλεγχο έναν εσωτερικό κόσμο, ο οποίος καταρρέει. Έτσι, η ηρωίδα δεν εμφανίζεται εξαρχής ως «τέρας», αλλά ως μια ανθρώπινη ύπαρξη, που οδηγείται βήμα βήμα, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
          Απέναντί της, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος δίνει έναν «Ιάσονα» που δεν είναι απλώς ο αυτάρεσκος άνδρας που εγκαταλείπει τη γυναίκα του για μια καλύτερη κοινωνική προοπτική. Είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να επιβάλει λογική, εκεί όπου έχει ήδη καταρρεύσει κάθε λογική. Η σύγκρουσή του με τη Μήδεια δεν είναι επομένως απλώς σύγκρουση φύλων, αλλά δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την επιβίωση.
          Η Ρένη Πιττακή προσδίδει στην «Τροφό», την αναγκαία αίσθηση γνώσης και σοφίας, ενώ ο Άρης Λεμπεσόπουλος αποδίδει επιδερμικά τον «Κρέοντα» ως μια εξουσιαστική μορφή αμετακίνητη μπροστά στον φόβο που του προκαλεί η Μήδεια. Συμπαθητικός ο Τάσος Σωτηράκης στον ρόλο του «Αιγέα» και επαρκής ο Διονύσης Πιφέας ως «Εξάγγελος».
          Θα σταθώ στο ερεβώδες φινάλε. Η κατακόρυφη δέσμη φωτός που εμφανίζεται από το έδαφος δημιουργεί μια εικόνα αμφίσημη. Η Μήδεια μοιάζει να ανυψώνεται, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει να αναδύεται από έναν τάφο. Η ηρωίδα νίκησε, αλλά δεν σώθηκε. Η εκδίκηση δεν αποκατέστησε την αδικία. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για θρίαμβο. Είναι μια αποθέωση χωρίς λύτρωση, όπου κανείς δεν βγαίνει πραγματικά αλώβητος από την καταστροφή.
          Εν κατακλείδι, η παράσταση «Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς έχει ισχυρό εικαστικό αποτύπωμα και ξεκάθαρη σκηνοθετική άποψη. Δεν παρουσιάζει μόνο την πράξη μιας γυναίκας που οδηγείται στην εκδίκηση, αλλά φωτίζει τον πόνο, την απόρριψη και την απόλυτη μοναξιά της. Δεν είναι όμως αψεγάδιαστη. Η εμμονή της με το σύμβολο, την ατμόσφαιρα και το τελετουργικό, σε ορισμένα σημεία μοιάζει να διεκδικεί περισσότερη προσοχή από τον ευριπίδειο λόγο. Παρ' όλα αυτά, είναι μια πρόταση επιβλητική που δεν αφήνει τον θεατή αδιάφορο.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.