«MYCENAE» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«MYCENAE» | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.7/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

          Τι μένει όταν η ιστορία πάψει να είναι αφήγηση και γίνει σώμα;
          Ίσως μια ανάσα. Ένας παλμός. Μια επαναλαμβανόμενη κίνηση. Ένα σώμα που πέφτει και ξανασηκώνεται, σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι που προηγήθηκε της ίδιας του της ύπαρξης.
          Σε αυτόν τον χώρο της μνήμης και της λήθης κινείται το «MYCENAE» της Βαλεντίνας Γιαννοπούλου. Δεν πρόκειται, όμως, για μια αναπαράσταση των Μυκηνών, αλλά για ένα ψυχικό τοπίο από την πλευρά της ρωγμής. Σαν ένας τόπος, όπου το παρελθόν δεν έχει πεθάνει εντελώς και το παρόν δεν έχει καταφέρει να το ξεφορτωθεί.
          Η προσέγγιση της Γιαννοπούλου είναι ενδιαφέρουσα, ακριβώς επειδή δεν προσπαθεί να «εικονογραφήσει» τον μύθο των Ατρειδών. Ενδιαφέρεται για αυτό που απομένει, όταν ο μύθος έχει πια τελειώσει. Το ίχνος. Η βία. Η εξουσία. Η απώλεια. Η πληγή. Η χειρονομία. Η σιωπή. Το σώμα.
          Η επιλογή αυτή είναι ουσιαστικά σύγχρονη. Αντί να μεταφέρει τον αρχαίο μύθο αυτούσιο στη σκηνή, τον διαλύει σε σωματικά θραύσματα και τον ανασυνθέτει ως εμπειρία. Έτσι, η Κλυταιμνήστρα και η Ηλέκτρα δεν χρειάζεται να εμφανιστούν μόνο ως μυθολογικά πρόσωπα. Μπορούν να υπάρξουν ως αρχέτυπα μιας σχέσης μητέρας και κόρης όπου η αγάπη, η βία, η ενοχή, η απώλεια και η ανάγκη για εκδίκηση έχουν γίνει σχεδόν αδύνατο να διαχωριστούν.
          Η τραγωδία μετακινείται από το παλάτι στο σώμα. Μεταφράζεται σε κίνηση. Στο MYCENAE, η κίνηση είναι η ίδια η αφήγηση. Η χορογραφία μοιάζει να αναζητά μια γλώσσα πριν από τη γλώσσα: εκεί όπου το σώμα δεν εξηγεί, αλλά θυμάται. Οι κινήσεις αποκτούν συχνά μια τελετουργική ποιότητα, σαν να προέρχονται από μια τελετή που έχει ξεχαστεί, αλλά όχι και διαγραφεί από τη συλλογική μνήμη. Η επανάληψη είναι εδώ καθοριστική. Η κίνηση επιστρέφει, μετασχηματίζεται, επιμένει. Όπως επιμένουν και τα τραύματα. Αυτή η επιλογή είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της χορογραφικής γραφής καθώς η ιστορία δεν προχωρά πάντοτε γραμμικά, γιατί η μνήμη δεν είναι ποτέ γραμμική. Επιστρέφει. Ανακυκλώνεται. Παγιδεύεται σε χειρονομίες και στάσεις. Το σώμα γίνεται ένας μηχανισμός ανάκλησης.
          Υπάρχει, ωστόσο, και μια απαιτητική πλευρά σε αυτή την επιλογή. Όταν η χορογραφία απομακρύνεται από τη σαφή αφήγηση και επιλέγει την αφαίρεση, απαιτεί από τον θεατή ενεργή συμμετοχή. Δεν του προσφέρει έτοιμα νοήματα. Του παραδίδει θραύσματα και τον καλεί να τα ενώσει. Και αυτό είναι ταυτόχρονα η δύναμη και το ρίσκο του έργου.
          Γιατί η αφαίρεση μπορεί να οδηγήσει στην ποίηση, μπορεί όμως και στην επανάληψη χωρίς εσωτερική μετατόπιση. Το MYCENAE ενδιαφέρει περισσότερο όταν η επανάληψη αποκτά κάθε φορά διαφορετικό ψυχικό βάρος: όταν μια χειρονομία από τελετουργική γίνεται απειλητική, από συλλογική γίνεται προσωπική, από μνήμη γίνεται τραύμα. Εκεί, η χορογραφία αποκτά πραγματική δραματουργική δύναμη.
          Η μουσική του Σπύρου Σύρμου, σε συνδυασμό με τη μίξη ήχου του Μίνου Μαμαγκάκη αποτελεί έναν δεύτερο δραματουργικό άξονα. Είναι ο ήχος κάτω από την κίνηση. Εκεί όπου η εικόνα σταματά, ο ήχος συνεχίζει να υποβάλλει. Δημιουργεί μια αίσθηση τελετουργίας, αναμονής, απειλής. Δεν «ντύνει» το σώμα, το μετακινεί εσωτερικά. Και αυτό είναι σημαντικό σε ένα έργο που βασίζεται τόσο πολύ στη σωματική μνήμη. Ήχος και κίνηση αναπνέουν μαζί. Ο ρυθμός της μουσικής γίνεται ρυθμός του σώματος και το σώμα επιστρέφει στον ήχο μια σχεδόν πρωτόγονη ενέργεια.
          Στη σκηνή συναντώνται οι: Φάνια Γρηγορίου, Χρήστος Τζοβάρας, Παναγιώτης Τζαφέρης, Μαρία Φιλίππου, Μαρία Κανδυλάκη, Μαρίνα Μαζαράκη και Βαλεντίνη Γιαννοπούλου. Επτά σώματα, ένας κοινός παλμός. H δύναμη του ensemble βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οι ατομικές παρουσίες υποτάσσονται σε μια συλλογική κινητική συνθήκη. Οι ερμηνευτές δεν καλούνται να υπηρετήσουν μια συμβατική ψυχολογική αφήγηση. Δεν υποδύονται απλώς χαρακτήρες. Γίνονται σώματα μέσα σε μια κοινή τελετουργία. Είναι φορείς αρχετύπων. Ο άνθρωπος απέναντι στην εξουσία, το θύμα απέναντι στον θύτη, το άτομο απέναντι στη συλλογικότητα, η ζωή απέναντι στον θάνατο. Και ακριβώς επειδή τα πρόσωπα δεν εγκλωβίζονται σε μία μόνο ταυτότητα, αποκτούν συμβολική διάσταση. Είναι ο καθένας και όλοι.

Και τελικά, τι μένει; Μένει μια αίσθηση. Μένει η εικόνα του ανθρώπινου σώματος ως ερείπιου και ως μνημείου ταυτόχρονα. Ενός σώματος που κουβαλά πάνω του όσα δεν ειπώθηκαν, όσα χάθηκαν, όσα επαναλήφθηκαν. Δεν μας λέει ότι είμαστε απόγονοι ενός μεγάλου πολιτισμού. Μας θυμίζει ότι είμαστε απόγονοι των τραυμάτων του. Και αυτή είναι η πιο ουσιαστική πολιτική και ποιητική διάσταση της εξαιρετικής αυτής παράστασης χοροθεάτρου.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.