«ORACLE» | ΚΡΙΤΙΚΗ

«ORACLE» | ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

          Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία υπόσχεται να απαντήσει σε κάθε ερώτημα, η μεγαλύτερη αβεβαιότητα ίσως δεν αφορά τις δυνατότητες των μηχανών, αλλά τα όρια της ανθρώπινης γνώσης. Με αυτή την αφετηρία, το ORACLE του Λούκας Τβαρκόφσκι, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, επιχειρεί να μετατρέψει τη σκηνή σε ένα πολυμεσικό σύμπαν, όπου η επιστήμη συναντά τη μεταφυσική, η ιστορική μνήμη τη μυθοπλασία και η ανθρώπινη παρουσία την ψηφιακή της αναπαράσταση. Ωστόσο, πίσω από την τεχνολογική επίδειξη και την υπέρμετρη φιλοδοξία, η παράσταση δυσκολεύεται να συγκροτήσει μία συνεκτική δραματουργία. Αντί να αξιοποιεί τα μέσα της για να εμβαθύνει στα ερωτήματα που θέτει, εγκλωβίζεται στην ίδια την αισθητική της, υποκαθιστώντας τη θεατρική ουσία με την αδιάκοπη συσσώρευση εικόνων και ήχων.
          Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται ο Άλαν Τιούρινγκ, ο Βρετανός μαθηματικός που συνέβαλε καθοριστικά στην αποκρυπτογράφηση του ναζιστικού κώδικα Enigma και στη θεμελίωση της σύγχρονης υπολογιστικής σκέψης. Η ιστορία του προσφέρει ένα γόνιμο πεδίο για τη διερεύνηση της αντίφασης ανάμεσα στην επιστημονική πρόοδο και την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Ο άνθρωπος που άνοιξε δρόμους προς το τεχνολογικό μέλλον υπήρξε θύμα μιας κοινωνίας που τον καταδίωξε για την ομοφυλοφιλία του.
          Δίπλα του εμφανίζονται η Χέντι Λαμάρ, η Χέλεν Ντάνκαν και ο Μπλέικ Λεμουάν, πρόσωπα που συνδέονται με διαφορετικούς τρόπους με την τεχνολογική γνώση, την πνευματικότητα και τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης.
          Η επιλογή αυτών των ιστορικών μορφών δημιουργεί προσδοκίες για μία ουσιαστική σύνδεση της επιστήμης με την κοινωνική εξουσία, της γνώσης με την προκατάληψη και της τεχνολογικής προόδου με την ανθρώπινη ευθύνη. Η παράσταση, όμως, δεν κατορθώνει να μετατρέψει αυτό το ενδιαφέρον υλικό σε δραματουργικά οργανωμένο σύνολο. Οι διαφορετικές ιστορίες παρατίθενται χωρίς να αποκτούν την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή, με αποτέλεσμα ο θεατής να καλείται περισσότερο να αποκωδικοποιήσει τη σκηνική σύνθεση παρά να εμπλακεί ουσιαστικά σε αυτήν. Οι ιδέες είναι παρούσες, αλλά η θεατρική επεξεργασία τους παραμένει απούσα.
          Ο τίτλος ORACLE συμπυκνώνει τον βασικό προβληματισμό του έργου. Το αρχαίο μαντείο, που υποσχόταν πρόσβαση σε μία ανώτερη γνώση, αντικαθίσταται από τον σύγχρονο αλγόριθμο, ο οποίος προσφέρει απαντήσεις και προβλέψεις χωρίς να καθιστά πάντοτε διαφανή τον τρόπο παραγωγής τους. Η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται ως η νέα αυθεντία στην οποία ο άνθρωπος προσφεύγει για να περιορίσει την αβεβαιότητα, κινδυνεύοντας να παραχωρήσει σε αυτήν την ίδια την ευθύνη της κρίσης του. Πρόκειται για μια εύστοχη αφετηρία, η οποία, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει το βάθος της σκηνικής διερεύνησης. Το ερώτημα αν μπορούμε να εμπιστευτούμε τις μηχανές,  ποιος ελέγχει τη γνώση και πώς κατασκευάζεται η αλήθεια επανέρχεται, χωρίς να εξελίσσεται σε μία σαφή και δραματουργικά παραγωγική διαδρομή.
          Ο Τβαρκόφσκι, με την αρωγή της Anka Herbut στο κείμενο, του Fabien Léde στην σκηνογραφία, του Julek Ploski στην μουσική, του Paweł Sakowicz στις χορογραφίες και του Paweł Bień στα video, επιχειρεί να μεταφέρει αυτόν τον προβληματισμό σε ένα σύνθετο οπτικοακουστικό σύμπαν.
          Το αποτέλεσμα, ωστόσο, είναι περισσότερο αποπροσανατολιστικό παρά αποκαλυπτικό. Η παράσταση, ενώ διαθέτει ενδιαφέρουσα θεματική αφετηρία και τεχνική επιδεξιότητα, η σκηνική της διατύπωση παραμένει υπερβολικά θορυβώδης, ασύνδετη, ασαφής και μεγάλης διάρκειας. Γιατί η πολυπλοκότητα της σκηνικής σύνθεσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην πολυπλοκότητα της σκέψης και δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η διαρκής εναλλαγή εικόνων, οι μετατοπίσεις της σκηνικής εστίασης, η έντονη μουσική και η πυκνότητα των οπτικών πληροφοριών δημιουργούν μία συνθήκη υπερφόρτωσης, στην οποία η εντύπωση προηγείται της σημασίας. Η σκηνοθεσία φαίνεται να επενδύει περισσότερο στην επιβεβαίωση της πολυμεσικής της ταυτότητας παρά στην οικονομία των μέσων και στην ουσιαστική σύνδεσή τους με το δραματουργικό υλικό. Το θέαμα ηγείται του θεάτρου, με αποτέλεσμα η αισθητική επιμονή να αναπληρώνει τα κενά της δραματουργίας και να λειτουργεί, τελικά, εις βάρος της συγκέντρωσης και της εμβάθυνσης.
          Οι ηθοποιοί (Ada Love — Madara Viļčuka, Alan Turing — Mārtiņš Meiers, Alastair Denniston — Juris Bartkevičs, Blake Lemoine — Artūrs Skrastiņš, Hedy Lamarr — Vita Vārpiņa, Hugh Alexander — Kaspars Dumburs, Joan Clarke & Lola Kavetzky — Ilze Ķuzule-Skrastiņa, Sophie & Hellen Duncan — Nelė Savičenko, Raven Stark — Katarzyna Osipuk, Tommy Birch & Trevor Twitch — Klāvs Kristaps Košins, Werner Morgenstern — Rytis Saladžius, Zhang Hao — Xiaochen Wang) καλούνται να υποστηρίξουν χαρακτήρες με ισχυρό ιστορικό φορτίο, ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται έναν οπτικοακουστικό μηχανισμό που διεκδικεί διαρκώς το ενδιαφέρον του κοινού.
          Η συνεχής κινηματογράφηση, οι γρήγορες εναλλαγές και η πολυπλοκότητα της σκηνικής σύνθεσης περιορίζουν τη συναισθηματική τους απήχηση.
          Η ανθρώπινη παρουσία αναγνωρίζεται ως κεντρική ιδέα, αλλά δυσκολεύεται να επικρατήσει μέσα σε μια παράσταση που μοιάζει να εμπιστεύεται περισσότερο τη διαμεσολάβηση παρά την αμεσότητα.
          Το ORACLE του Λούκας Τβαρκόφσκι είναι ένα φιλόδοξο αλλά άνισο εγχείρημα, στο οποίο η τεχνική υπεροχή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη δραματουργική επάρκεια. Αντιθέτως, η τεχνολογία επισκιάζει το θεατρο, σε ένα θέαμα επιφανειακό και με μεγάλη απόσταση σε όσα επιδιώκει να διερευνήσει και σε όσα κατορθώνει να επικοινωνήσει.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.