«ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΙΖΑΜΠΕΛΑΣ ΜΟΛΝΑΡ» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Κυριακή, 14/06/2026 14:02
Στο σκοτεινό εργαστήριο της μνήμης και της ύλης, εκεί όπου ο πηλός ανασαίνει πριν ακόμη αποκτήσει μορφή, η Στεφανία Γουλιώτη προσεγγίζει το διήγημα του Δημήτρη Χατζή ως τελετουργία γέννησης και καταστροφής. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών - Επιδαύρου 2026, το «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» μετατρέπεται σε μια σκηνική εμπειρία, όπου η γλυπτική δεν είναι απλώς θέμα, αλλά ζωντανός οργανισμός επί σκηνής.
Η επιλογή της να μεταφέρει στη σκηνή το εξαιρετικά πυκνό διήγημα του Δημήτρη Χατζή δεν συνιστά μια απλή δραματοποίηση του λογοτεχνικού κειμένου. Πρόκειται για μια παράσταση που επιχειρεί να συνομιλήσει με τις μεγάλες θεματικές του συγγραφέα, την τέχνη, το μυστήριο της δημιουργίας, την ανθρώπινη επιθυμία για τάξη, μετατρέποντας τη γλυπτική σε κεντρικό σκηνικό και φιλοσοφικό άξονα.
Η Ιζαμπέλλα Μόλναρ, η σπουδαία Ουγγαρέζα γλύπτρια, είναι η ενσάρκωση της μεγάλης αντίφασης που απασχολεί τον Δημήτρη Χατζή. Πώς από έναν ατελή, σκοτεινό και συχνά δυσάρεστο άνθρωπο, μπορεί να γεννηθεί η τέχνη που αναζητά την ομορφιά, την τάξη και το νόημα μέσα στο χάος της ζωής.
Αυτό που σοκάρει τον Αφηγητή είναι το γεγονός ότι η ύψιστη μορφή τέχνης της Ιζαμπέλλας δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχα «ωραία» προσωπικότητα. Η ηρωίδα είναι σκληρή, εγωκεντρική, χυδαία, βίαιη με τον περίγυρό της, άσχημη, άξεστη, αποκρουστική. Όμως, τα γλυπτά της εκφράζουν ομορφιά, τάξη και βαθύ ανθρωπισμό.
Ο συγγραφέας θίγει την αντίθεση ανάμεσα στη μεγαλειώδη τέχνη και την ατελή ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν προσπαθεί να την εξιδανικεύσει ούτε μια στιγμή. Τουναντίον, την παρουσιάζει ως μια μορφή γεμάτη αντιφάσεις, όπου η υψηλή καλλιτεχνική δημιουργία συνυπάρχει με ανθρώπινες αδυναμίες, πάθη και σκοτεινές πλευρές. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν η καλλιτεχνική αξία ταυτίζεται με την ηθική ή την προσωπική γοητεία του δημιουργού. Πρέπει ο δημιουργός να είναι ηθικά ή αισθητικά ανώτερος για να παράγει σπουδαία τέχνη;
Η απάντηση που υπονοεί το έργο είναι μάλλον «όχι». Η τέχνη έχει μια αυτονομία που ξεπερνά τις αδυναμίες του δημιουργού. Η ίδια η καλλιτεχνική πράξη μοιάζει να απαιτεί ένα είδος «βίας» απέναντι στη ζωή, ώστε να μετατρέψει το χάος σε μορφή. Γι' αυτό, ο Χατζής ορίζει τη γλυπτική ως «έλλογη οργάνωση μέσα στον άλογο κόσμο».
Η σκηνοθεσία της Γουλιώτη με την αρωγή του Έκτορα Λυγίζου και της Νεφέλης Μαϊστραλη, ουδέποτε, εικονογραφεί το κείμενο αλλά το σμιλεύει με φροντίδα και πάθος, αναζητώντας στον πυρήνα του τη σιωπή που προηγείται κάθε δημιουργίας. Η σκηνή μεταμορφώνεται σε εργαστήριο γλυπτικής, όπου ο πηλός, τα εκμαγεία, τα σώματα των ηθοποιών γίνονται ενεργά δραματουργικά εργαλεία. Τα γλυπτά λειτουργούν ως αποτυχημένες ή θριαμβευτικές απόπειρες να συλληφθεί το άπιαστο. Σε αυτές τις στιγμές, η παράσταση αγγίζει μια σπάνια ποιητικότητα, εκεί όπου η θεατρική εικόνα υπερβαίνει τη σημασία της και γίνεται καθαρό βίωμα.
Η ίδια, σαν θεριό ανήμερο, με μια ερμηνεία βαθιά σωματική και σχεδόν ζωική, αφήνει το σώμα της να γίνει πηλός και μας συνταράσσει πραγματικά. Κάθε κίνηση φέρνει πάνω της το βάρος της ύλης, κάθε λέξη, κάθε κραυγή ακούγεται σαν χτύπημα εργαλείου πάνω σε πέτρα. Δεν ενσαρκώνει απλώς την ηρωίδα, την επικαλείται. Κι αυτή η επίκληση έχει κάτι από αρχαία μυσταγωγία, κάτι από την αγωνία του ανθρώπου που προσπαθεί να επιβάλει τάξη στο χάος, γνωρίζοντας πως στο τέλος θα ηττηθεί από αυτό. Συγκλονιστική!
Ο Φώτης Στρατηγός λειτουργεί αποτελεσματικά ως συμπληρωματικός πόλος, χωρίς να επιδιώκει εύκολες κορυφώσεις. Η ερμηνεία του διαθέτει μέτρο και ουσιαστική σύνδεση με τον σκηνικό κόσμο που οικοδομείται.
Η συμβολή του σκηνικού τοπίου της Φιλάνθης Μπουγάτσου είναι καθοριστική. Ο χώρος οργανώνεται σαν περιβάλλον δημιουργίας και ταυτόχρονα σαν τόπος μνήμης, όπου η ύλη μεταμορφώνεται διαρκώς σε εικόνα και σύμβολο, αποκτώντας έτσι μια τελετουργική ποιότητα. Τα αγάλματα φέρουν την υπογραφή της Ισμήνης Τσοφίδου.
Οι εναλλασσόμενες φωτοσκιάσεις του Σάκη Μπιρμπίλη αναδεικνύουν τη γλυπτική διάσταση των σωμάτων, δημιουργώντας εικόνες εξαιρετικής πλαστικότητας. Οι φωτισμοί του μεταμορφώνουν συνεχώς τη σκηνική πραγματικότητα, όπως ακριβώς ο καλλιτέχνης μεταμορφώνει την ύλη.
Η μουσική και ο έξοχος ηχητικός σχεδιασμός του Γιώργου Πούλιου ενισχύουν τη σκοτεινή ποιητικότητα της συνθήκης, εντείνοντας την αίσθηση ότι παρακολουθούμε μια διαδικασία δημιουργίας και αποσύνθεσης ταυτόχρονα.
Η κίνηση της Αντωνίας Οικονόμου έχει ουσία.
Κι αν υπάρχει τελικά ένα «φονικό» επί σκηνής, αυτό δεν είναι μόνο της Ιζαμπέλας. Είναι η διαρκής δολοφονία της βεβαιότητας από την τέχνη. Η συντριβή κάθε ολοκληρωμένης μορφής από την ανάγκη για μια νέα. Η αδυναμία του δημιουργού να κατέχει το δημιούργημά του. Η παράσταση υπενθυμίζει ότι η τέχνη δεν γεννιέται από την τάξη, αλλά από τη σύγκρουσή της με το άλογο, με το ακατέργαστο, με το επικίνδυνο.
Το «Το Φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» αφήνει στον θεατή ένα ίχνος χώματος στα χέρια, μία αίσθηση υγρού πηλού στη μνήμη και το επίμονο ερώτημα αν η δημιουργία είναι πράξη αγάπης ή μια αργή, αναπόφευκτη μορφή καταστροφής. Όταν η τέχνη «σκοτώνει»...


