«ΤΟ ΘΑΥΜΑ (MIRACOLO)» | ΚΡΙΤΙΚΗ
- Ημερομηνία: Τρίτη, 15/09/2026 21:14
Πόσο χώρο έχει τελικά ο «Άλλος» στη δική μας κοινωνία; Και τι γίνεται όταν ένας νεκρός δεν χωράει ούτε στον τάφο; Τα ερωτήματα μοιάζουν μακάβρια, σχεδόν κωμικά, όμως ο Giuseppe Massa τα μετατρέπει σε μια οξυδερκή πολιτική αλληγορία για τον φόβο απέναντι στο ξένο, την προσφυγιά και τα όρια της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Το «Miracolo – Το Θαύμα» ξεκινά από μια παράλογη συνθήκη για να μιλήσει τελικά για κάτι απολύτως πραγματικό, τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που θεωρεί «διαφορετικό».
Η Νικολέτα Φιλόσογλου, που υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία της παράστασης, μεταφέρει στη σκηνή την ιστορία δύο αδελφών, του Antonio και του Bernardo, νεκροθάφτες στο επάγγελμα, οι οποίοι καλούνται να θάψουν έναν άγνωστο μετανάστη. Το πρόβλημα είναι πως στο νεκροταφείο υπάρχουν μόλις δύο διαθέσιμοι τάφοι και προορίζονται για τους ίδιους. Ο νεκρός μετατρέπεται αυτομάτως σε «εμπόδιο» και οι δύο ήρωες αναζητούν απεγνωσμένα τρόπο να απαλλαγούν από την ανεπιθύμητη παρουσία του. Όταν όλες οι λύσεις αποτυγχάνουν, καταλήγουν στην πιο παράλογη: να τον αναστήσουν.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το «θαύμα» του Massa. Όχι ως θρησκευτική λύτρωση, αλλά ως ειρωνικός καθρέφτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο νεκρός επιστρέφει για να διαταράξει την ασφάλεια των ζωντανών και να φέρει στην επιφάνεια όσα εκείνοι προσπαθούν να απωθήσουν. Η ανάσταση γίνεται σύμβολο της επιστροφής του απωθημένου «Άλλου», εκείνου που δεν μπορεί πλέον να παραμείνει αόρατος.
Η ανάσταση, επομένως, δεν λειτουργεί ως θρησκευτικό θαύμα, αλλά ως ειρωνικός μηχανισμός αποκάλυψης. Το υπερφυσικό έρχεται να φωτίσει το παράλογο της ίδιας της πραγματικότητας. Ο νεκρός επιστρέφει όχι απλώς στη ζωή, αλλά και στο προσκήνιο της συνείδησης των ζωντανών. Ο «ξένος» γίνεται ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να συνυπάρξει με ό,τι δεν γνωρίζει. Η προσφυγιά είναι η αφετηρία, όμως το έργο ανοίγεται σε ένα ευρύτερο σχόλιο για την κοινωνική αποδοχή, τον αποκλεισμό και την ανάγκη να αναγνωρίζουμε στον Άλλο την ίδια αξία που αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας. Το πραγματικό θαύμα, λοιπόν, δεν είναι η ανάσταση του νεκρού. Είναι η πιθανότητα να αναστηθεί η ανθρωπιά μέσα στους ζωντανούς. Και αυτή ακριβώς η απανθρωποποίηση αποτελεί την καρδιά της αλληγορίας.
Η Νικολέτα Φιλόσογλου επιλέγει μια λιτή σκηνοθετική προσέγγιση, με περιορισμένα σκηνικά μέσα και έμφαση στους ηθοποιούς. Η επιλογή της αφαίρεσης ταιριάζει στη συμβολική φύση του έργου, δεν κατορθώνει ωστόσο να δημιουργήσει την απαιτούμενη ατμόσφαιρα και τον κατάλληλο ρυθμό που θα ενίσχυαν το παράλογο και το γκροτέσκο. Και σε ένα έργο που βασίζεται τόσο έντονα στο παράλογο, ο ρυθμός είναι καθοριστικός. Η επανάληψη πρέπει να δημιουργεί αγωνία, η αμηχανία πρέπει να γίνεται κωμική και η σιωπή οφείλει να λειτουργεί ως σκέψη, όχι ως κενό.
Το φέρετρο λειτουργεί σχεδόν ως τρίτος πρωταγωνιστής. Είναι το σύνορο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, το τέλος της διαδρομής. Και μαζί με το ποδήλατο, που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σκηνικά στοιχεία της παράστασης, δημιουργεί το δίπολο μετακίνησης και ακινησίας. Μέσα σε αυτή την αντίθεση συμπυκνώνεται ένα από τα πιο δυνατά νοήματα του έργου ότι ο πρόσφυγας, ο «ξένος» μπορεί να μην αποκτήσει ποτέ τόπο ακόμη και μετά τον θάνατό του, ενώ για εκείνον που έχει «πατρίδα» η γη θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα.
Ερμηνευτικά, ευτυχώς, ο Θανάσης Δήμου ως «Antonio» και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος ως «Bernardo» διαθέτουν ενέργεια, ζωντάνια και σωματικότητα, δημιουργώντας ένα δίδυμο όπου η σύγκρουση, ο φόβος, η συνενοχή και η αλληλεξάρτηση λειτουργούν ως βασικός κινητήρας της δράσης. Η κινησιολογική επιμέλεια της Ελένης Καστανιώτη υποστηρίζει τη σωματική διάσταση των ρόλων.
Τα κοστούμια του Φίλιππου Τσιτσόπουλου, οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου και η μουσική επιμέλεια της σκηνοθέτριας υπηρετούν διακριτικά την αισθητική της παράστασης.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε τάφους, πτώματα και θαύματα, το έργο του Massa μας θυμίζει πως ο «ξένος» μπορεί να είναι τελικά το λιγότερο παράλογο πράγμα της υπόθεσης. Γιατί το πραγματικό γκροτέσκο αρχίζει όταν οι ζωντανοί ξεχνούν την ανθρωπιά τους.


