ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (2 ψήφοι)

Το διαχρονικό έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΤΖΟΥΛΙΑ σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ στο νέο Θέατρο Βασιλάκου.

Στη Νύχτα του μεσοκαλόκαιρου, της μικρότερης νύχτας του χρόνου, νύχτα που είναι γιορτινή, τοποθετείται η πλοκή της γνωστής ιστορίας του Σουηδού δραματουργού. Νύχτα όπου κυριαρχεί το ποτό, ο αισθησιασμός, τα πιο χαλαρά ήθη και συχνά μιλούν μόνο τα μάτια και τα κορμιά. Στο υπόγειο του αρχοντικού του κόμη, οι υπηρέτες συμμετέχουν και αυτοί στη γιορτή, ώσπου καταφτάνει η Τζούλια, η νεαρή και ατίθαση κόρη του κόμη, με τις ελευθεριάζουσες αντιλήψεις και την αγορίστικη συμπεριφορά. Ο αρραβώνας της έχει μόλις διαλυθεί και κατεβαίνει στην κουζίνα με τους υπηρέτες, σε μια επικίνδυνη και ολισθηρή πορεία. Αρχίζει τότε μια αδυσώπητη ερωτική μάχη επικράτησης και εξουσίας, ένα παιχνίδι βίας, έρωτα, κατάχρησης και εναλλαγής ρόλων μεταξύ της νεαρής αρχόντισσας και του υπηρέτη, του Ζαν, με τον οποίο φλερτάρει ασύστολα και αδιάντροπα με έπαθλο το απόλυτο ξεγύμνωμα του άλλου, υλικό, ηθικό και ολοκληρωτικό, ο καθένας για να εκπληρώσει τους δικούς του στόχους. Ηθικοί φραγμοί και ψυχολογικά όρια δεν υπάρχουν, η μάχη είναι μέχρι τελικής πτώσεως. Ειρήσθω εν παρόδω, ότι ο Ζαν είναι ήδη λογοδοσμένος με την Κριστίν, μία άλλη υπηρέτρια στα υπόγεια.

Η μετάφραση της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ είναι πλούσια, χυμώδης, λυρική και το κείμενο έχει ροή, ρυθμό και συνέχεια. Η φράση "και οι πρώτοι, έσχατοι έσονται" αποδεικνύεται προφητική και κλειδί της όλης πλοκής.

Η Λίλλυ Μελεμέ εγκαταλείπει την κλασσική σκηνοθετική γραμμή του Θείου Βάνια και υιοθετεί μια πιο μοντέρνα, πιο προσωπική και ζωντανή προσέγγιση σε αυτό το έργο. Η πλοκή εκτυλίσσεται στον αυστηρά οριοθετημένο χώρο της κουζίνας του πύργου του κόμη, με τους ήρωες συχνά να κινούνται και να ακροβατούν στα όριά του.

Η παράσταση ξεκινάει κάπως αναγνωριστικά, με τους ήρωες να μας συστήνονται, ο καθένας με το δικό του, προσωπικό τρόπο, αλλά στη συνέχεια ο ρυθμός να γίνεται καταιγιστικός και να θυμίζει ξαφνική καταιγίδα, μετά από μια απρόσμενη σύντομη βαριά συννεφιά. Οι εξελίξεις διαδέχονται η μία με την άλλη με μεγάλη ταχύτητα, και υφαίνει γύρω του έναν ιστό γεγονότων, σκέψεων και συναισθημάτων, που δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για εφησυχασμό και χαλάρωση. Ο λόγος συνεχής, αιχμηρός και έντονος, συνοδεύεται και από αντίστοιχη κίνηση των σωμάτων στο χώρο, με την οποία δένει αρμονικά. Στο σκηνικό υπάρχει και ένα μεγάλο κομμάτι πάγου που λιώνει συνεχώς και γίνεται μικρότερο, όλο και πιο γρήγορα, σα μία φυσική κλεψύδρα που μετρά αδυσώπητα το χρόνο των ηρώων (που τείνει να εξαντληθεί) μέχρι την τελική πτώση και τη συντριβή. Φυσικά όλα αυτά με επίκεντρο την αέναη πάλη των τάξεων και των φύλων, τις αντιθέσεις και τις αδικίες που δημιουργούνται από αυτές και την υπόγεια επιθυμία του καθένα να καθυποτάξει και να χειραγωγήσει πλήρως το εγώ του άλλου, μέσα από ένα επικίνδυνο ερωτικό παιχνίδι εξουσίας και επικράτησης και ηθικής παρακμής και σήψης.

Σε όλη αυτή την πάλη και τον αγώνα, η ένταση και το πάθος πρέπει να είναι σύντροφοι των ηθοποιών που υποδύονται στη σκηνή τους δύο κεντρικούς (και αντιμαχόμενους) ρόλους, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει διαρκής ηλεκτρισμός.

Και τα δύο έκαναν κάποιες στιγμές μια κοιλιά, που είχε και κάποιες κωμικές πινελιές μέσα της, οι οποίες με ξένισαν, αφού δεν τις θεώρησα απαραίτητες και δε φάνηκαν να έχουν συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης στην παράσταση.

Ο Ζαν και η Τζούλια έχουν παρόμοιες ακραίες αντιδράσεις, αλλά εντελώς άλλους στόχους και κίνητρα. Οι κινήσεις τους δε συντονίστηκαν σε όλες τις περιπτώσεις σωστά και η ερωτική τους χημεία δεν είχε πάντα πάθος και δυναμική, αλλά δημιουργούσε κάποια κενά. Επιπρόσθετα, η ερμηνεία τους είχε σε πολλά σημεία προσωπικό χαρακτήρα και δεν ένιωσα να συμπληρώνει η μία την άλλη, αλλά να κινούνται σε παράλληλα επίπεδα. Μέχρι την τραγική τελική πτώση και παρακμή υπάρχουν διακυμάνσεις και εναλλαγές που έχουν γενικά αναπτυχθεί επαρκώς και με συνέπεια στην παράσταση.

Γενικότερα, η σκηνοθεσία είχε κάποιες έξυπνες ιδέες (απότομες ψυχολογικές εναλλαγές, πλήρης αντίθεση συναισθημάτων μεταξύ αντρικού και γυναικείου χαρακτήρα, το τσαλάκωμα και το ίσιωμα του ιδιόμορφου χαλιού που διατρέχει το χώρο), τις οποίες ενσωμάτωσε στο έργο και τις έκανε να δουλέψουν γι'αυτό, αλλά είχε και κάποιες εγγενείς αδυναμίες που προήλθαν κυρίως από τη μη χαλιναγώγηση (όταν επιβαλλόταν) της ελευθερίας έκφρασης και κίνησης που είχαν οι ηθοποιοί στη σκηνή.

Η Μαρία Κίτσου αρέσκεται να αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ρόλους σύνθετους, γεμάτους αντιθέσεις και εναλλαγές και κινητικά απαιτητικούς και στην παράσταση αυτή, η Τζούλια ως ρόλος πληρεί απόλυτα τους προηγούμενους χαρακτηρισμούς. Η Τζούλια είναι μια ηρωίδα με συναισθηματικές εναλλαγές, με έντονη θηλυκότητα και μια αίσθηση ανωτερότητας έναντι των άλλων. Μέσα της υπάρχει τόσο η νεαρή δεσποινίς, κόρη κόμη, ένα κακομαθημένο παιδί που θέλει να ζήσει και να μαζέψει εμπειρίες, αλλά και η γυναίκα που διψά για επιβολή και εξουσία στους γύρω της και ιδίως στο αντρικό φύλο. Τις αντιθέσεις αυτές τις έχει σε περίσσεια η ερμηνεία της κυρίας Κίτσου και τις εξελίσσει στη διάρκεια της παράστασης με τέχνη. Σε μερικές όμως στιγμές, ένιωσα την ερμηνεία της να είναι ακκιστική σε τέτοιο βαθμό, που αναρωτήθηκα αν έπαιζε για να πείσει τους θεατές για την πληρότητα της ερμηνείας της, ή για να επιβεβαιώσει στον εαυτό της ότι είναι πολύ καλή στο ρόλο. Γι'αυτό και δεν ένιωθα πάντα τον ηλεκτρισμό ή τη λάβα μεταξύ των δύο σωμάτων στην ερωτική τους συνεύρεση, αλλά και πιο μετά στη μάχη των προσωπικοτήτων και των συγκρουόμενων εγώ. Αναμφισβήτητα, η καλή ηθοποιός αποδεικνύει, ότι δύσκολα θα βρεθεί ρόλος με τον οποίο να μην μπορεί να αναμετρηθεί και στο μεγαλύτερο μέρος του έργου έχει προσαρμόσει το ρόλο της Τζούλιας, στα μέτρα του ταλέντου της. Αλλά οι υπερβολές πάντα καιροφυλακτούν, σα μικρές παγίδες που πρέπει να αποφύγει, ώστε να είναι μεστή, ομαδική και ολοκληρωμένη η ερμηνεία της.

Ο Ορέστης Τζιόβας ερμηνεύει τον αντρικό κεντρικό χαρακτήρα, του υπηρέτη του κόμη και ξεκινά ιδιαιτέρως μουδιασμένα και άχρωμα την ερμηνεία του, σα να μην έχει μπει από την αρχή στο κλίμα και το πνεύμα του έργου. Μετά το πρώτο δεκάλεπτο όμως μπαίνει όλο και περισσότερο στην ουσία και τις απαιτήσεις του Ζαν και προσαρμόζεται πλήρως σε αυτόν. Υποδόρια συμπλεγματικός, συχνά κυνικός, με φωνή ψυχρή, που συνοδεύεται από μία σχετική ακαμψία στο σώμα, απαντά με αυτόν τον τρόπο στις προσπάθειες χειραγώγησής του από την θυελλώδη Τζούλια. Ίσως σε λίγες στιγμές η ένταση της φωνής του να γίνεται υπερβολική, αλλά γενικά η ερμηνεία του είναι ισορροπημένη και ενταγμένη απόλυτα στην προσπάθειά του της επικράτησης στη μάχη των φύλων και του κέρδους των εντυπώσεων. Έτσι παρά το αρχικό μούδιασμα η συνολική εντύπωση που αποκόμισα από τον σκηνικό Ζαν, είναι θετική και σε παρόμοιο τεχνικό και ποιοτικό επίπεδο με τη σκηνική παρουσία της Τζούλιας, ώστε και η μεταξύ τους αναμέτρηση να είναι επί ίσοις όροις.

Στο ρόλο της υπηρέτριας Κριστίν, της αρραβωνιαστικιάς του Ζαν, η Αμαλία Αρσένη κρατά τις ισορροπίες πάθους του έργου, παίζοντας ένα χαρακτήρα χαμηλών τόνων, υπάκουο και σχετικά προσαρμοστικό, που αποφεύγει τη σύγκρουση και την απευθείας αντιπαράθεση και τον ερμηνεύει με μία εσωτερικότητα και έναν εκφραστικό έλεγχο, που όμως αφήνει μέσα του να διαφανεί μια μικρή φλόγα που καίει και μπορεί στο τέλος, στις κατάλληλες συνθήκες να μετεξελιχθεί σε έκρηξη. Στο φινάλε του έργου μία παθιασμένη Κριστίν, προδομένη από πρόσωπα και καταστάσεις, εγκαταλείπει εξουθενωμένους ψυχικά και σωματικά τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες και αποφασίζει να χαράξει την προσωπική της πορεία για να επιβιώσει και να μη συνθλιβεί μαζί τους.

Το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά οριοθετημένο συμβολικά, με στόχο να χαλιναγωγήσει τη σύγκρουση του πάθους του Ζαν και της Τζούλιας, είναι λειτουργικό και ενταγμένο πλήρως στο πνεύμα του έργου και τις προθέσεις της σκηνοθεσίας.

Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, αντικατοπτρίζουν την προσωπικότητα και τον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων που ντύνουν ιδιαίτερα επιτυχημένα.

Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου δεν παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά παρασκηνιακά συνοδεύει σωστά και έξυπνα σκηνές-κλειδιά του έργου.

Τους φωτισμούς επιμελήθηκε η Μελίνα Μάσχα και υποστήριξαν απόλυτα το σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά και την περιρέουσα ατμόσφαιρα της παράστασης, ενώ η χορογραφία της Μόνικας Κολοκοτρώνη ίσως με κάποιες δόσεις υπερβολής, αλλά γενικά σε αρμονία με τον αιχμηρό και έντονο λόγο.

Συμπερασματικά, η Λίλλυ Μελεμέ δίνει ζωντάνια, πάθος και ρυθμό στο κείμενο του Στρίντμπεργκ και το παρουσιάζει με τρόπο μοντέρνο, καταφέρνοντας να έχει μια προσωπική αισθητική σύγκρουσης στηριζόμενη στα δίπολα αγάπης-μίσους, άντρα-γυναίκας, επικράτησης και υποταγής, είτε συνδυαστικά, είτε αντιθετικά. Μικρολάθη και μικροπροβλήματα υπάρχουν, υπερβολικές και "προσωπικές" στιγμές στις ερμηνείες, επίσης, αλλά δεν επηρεάζουν τη θετική τελική εντύπωση που αποκόμισα σα θεατής της παράστασης.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.