ΕΛΙΓΜΟΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΕΛΙΓΜΟΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Το έργο του Eduardo Galan με τίτλο "Ελιγμοί" σκηνοθετεί για δεύτερη χρονιά στο black box του Θεάτρου 104 ο Θοδωρής Βουρνάς. Τέσσερις άνθρωποι με τις προσωπικές τους ιστορίες εμπλέκονται ο ένας στην καθημερινότητα του άλλου και με τον τρόπο και τη συμπεριφορά τους την επηρεάζουν. Ένας ηθοποιός στο κυνήγι του μεγάλου ρόλου, μία κοπέλα η οποία θέλει να ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού, ένας σκηνοθέτης που θέλει να ανεβάσει το Θάνατο του Εμποράκου και κάνει κάστινγκ και ένας νέος αξιωματικός του στρατού που επιλέγει υποψήφιους για το Αφγανιστάν. Η εξουσία και ο τρόπος χρήσης και κατάχρησής της, αλήθειες και ψέματα, το συχνά μισογυνικό πρόσωπο του στρατιωτικού κατεστημένου και το πόσο δυνατή και ώριμη μπορεί να αποδειχθεί η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων είναι οι κεντρικοί θεματικοί άξονες της παράστασης. Τέχνη και πόλεμος μπορούν να έχουν κοινούς τόπους αναφοράς; Τι "ελιγμούς" μπορεί να υποχρεωθείς να κάνεις στη ζωή σου, προκειμένου να δεις τα όνειρα και τις προσδοκίες σου να παίρνουν σάρκα και οστά; Μπορεί το σεξ και η βία να αποτελούν κίνητρα για αποφάσεις και επιλογές; Ένα κείμενο σύγχρονο, με επίκαιρη θεματολογία και άπαιχτο ως τώρα στην Ελλάδα. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Φωτεινάτου σε μια γλώσσα απλή, καθαρή και κατανοητή.

Ο Θοδωρής Βουρνάς σε αυτή τη σκηνοθετική του προσπάθεια επικεντρώνεται στο να αναδείξει τα νοήματα του έργου μέσα από τέσσερις παράλληλες πορείες νέων ανθρώπων του σήμερα. Τις προσωπικές αφηγήσεις-ψυχογραφήματα του καθενός, διαδέχονται επεισόδια κοινής δράσης τους και σκηνικής τους επικοινωνίας. Οι ιστορίες τους μπορεί να φαίνονται τετριμμένες, συνηθισμένες, αλλά από την άλλη ανήκουν τόσο έντονα στην καθημερινότητά μας και αγγίζουν θέματα που μας αφορούν όλους. Οι εναλλαγές των σκηνών έχουν γρήγορο ρυθμό (αν και με κάποιες αρρυθμίες στη δραματουργική τους ένταση) και κινητικότητα, κινηματογραφικό ύφος και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, με την ιστορία να εξελίσσεται χωρίς κοιλιές. Τα λεπτά όρια μεταξύ θύτη και θύματος συχνά δοκιμάζονται και προσθέτουν ένταση και δραματικές κορυφώσεις. Προσωπικά θα ήθελα το σκηνοθέτη να έκανε ακόμα ένα βήμα προς τη "βιαιότητα"¨και το ακραίο των σχέσεων που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας και να τη διερευνήσει ακόμα βαθύτερα με διάθεση να αφυπνίσει το νου και την καρδιά του κοινού. Και να οδηγήσει τους ήρωες στα όριά τους. Αλλά ήδη με αυτό που είδα η παράσταση αποτυπώνει με σαφήνεια αλήθειες και ίσως για κάποιους προσωπικά αδιέξοδα και εφιάλτες, πλάθει χαρακτήρες της διπλανής πόρτας, θίγει καταστάσεις που λίγο πολύ βιώνουμε όλοι και δίνει έτσι τροφή για σκέψη.

Ο Χρήστος Καπενής στο ρόλο του Ντάριο, του ηθοποιού που προσπαθεί εναγωνίως για ένα μεγάλο ρόλο που θα αναδείξει το ταλέντο του και θα απογειώσει την καριέρα του, είχε ένταση, νεύρο, εναλλαγές στην ψυχολογία του, καθαρό λόγο και μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα και την κίνησή του. Με στέρεα πατήματα στη σκηνή και με το ηχόχρωμα της φωνής του να εξελίσσεται από την ευαισθησία (όταν μιλάει με την κοπέλα του) μέχρι την υπόκωφη βία (στην τελική σκηνή με το σκηνοθέτη) και την αναισθησία (στη σκηνή της μέθης του), ένιωσα ότι είχε κάνει δικό του τον ήρωα που ερμήνευσε ακόμα και στις λεπτότερες αποχρώσεις του.
Η Αλεξάνδρα Χασάνη υποδυόμενη την Μπελέν, μια κοπέλα η οποία περήφανη για το στρατιωτικό παρελθόν του πατέρα της επιχειρεί να ακολουθήσει τα βήματά του, απέβαλλε σε μεγάλο βαθμό τη θηλυκότητά της για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ηρωίδας της. Ξεκίνησε δυνατά, αλλά κάποια στιγμή ένιωσα ότι δεν εξέλισσε πλέον το χαρακτήρα της και φοβήθηκε να αναμετρηθεί ως το τέλος μαζί του. Δεν έβγαλε την αναισθησία στη χροιά της φωνής και στο στήσιμο του σώματός της που θα περίμενα από μια γυναίκα που θέλει να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, αλλά ούτε και την απελπισία στο λόγο και την κίνησή της, όταν είδε τον κόσμο της να γκρεμίζεται.
Ο Γιώργος Κοσκορέλλος, ήταν ο σκηνοθέτης ο οποίος κάνει κάστινγκ για τη νέα του παράσταση και μέσα από αυτή προσπαθεί να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ανάγκες. Ήταν αυτάρεσκος, σίγουρος στα όρια του ακκισμού, σχεδόν κυνικός στο λόγο και την κίνησή του, με ένα λεπτό ειρωνικό τόνο όσο θεωρούσε ότι ήταν στην πλευρά του θύτη, ενώ το προσωπείο αυτό κατέρρευσε όταν πέρασε στην πλευρά του θύματος. Σε αυτή τη δεύτερη φάση του, ίσως θα τον ήθελα ακόμα πιο έντονο, να νιώθω στο τρεμούλιασμα του κορμιού και της φωνής του το φόβο, αλλά ευτυχώς είδα ένα νέο ηθοποιό μακριά από τηλεοπτικά στερεότυπα και με μεγάλες δυνατότητες εξέλιξης.
Ο Αλέξανδρος Νταβρής ερμήνευσε το φαλλοκράτη νεαρό αξιωματικό, ο οποίος ενώ ξεκίνησε λίγο μουδιασμένα και χωρίς πάθος, στη συνέχεια βρήκε τους ρυθμούς και τις εσωτερικές του ισορροπίες, μπολιάζοντας το ρόλο του με πάθος και δυναμική. Η κίνησή του θέλει ακόμα λίγη δουλειά, για να έχει την ίδια αιχμηρότητα με το λόγο του, αλλά γενικά η ερμηνεία του κυμάνθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Το σκηνικό της Κασσιανής Λεοντιάδου ήταν λιτό και δεδομένου και του περιορισμένου διαθέσιμου χώρου λειτουργικό. Τέσσερις καρέκλες και τέσσερις καθρέπτες, για τον αντικατοπτρισμό του εσωτερικού μας κόσμου.
Η ενδυματολογική προσέγγιση της Σοφίας Λεγάτου ήταν στη λογική των απλών καθημερινών ρούχων τεσσάρων χαρακτήρων της διπλανής πόρτας, ενώ οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη είχαν ως επί το πλείστον κλειστά πλάνα που εστίαζαν εύστοχα στο πρόσωπο των ηθοποιών.

Συμπερασματικά, στη μικρή σκηνή του Θεάτρου 104, είδα μια παράσταση σύγχρονη, με θεματολογία που μας αφορά όλους. Η σκηνοθεσία κράτησε σε καλό επίπεδο το ρυθμό του έργου, είχε εναλλαγές και ένταση στις καταστάσεις και τα συναισθήματα, παρά τα κάποια μικρά σκαμπανεβάσματα στη δυναμική του λόγου των πρωταγωνιστών και κατάφερε να κάνει τις τέσσερις επί μέρους ιστορίες που ανέπτυξε, μέρος της ψυχολογίας του θεατή..


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.