ΓΚΙΑΚ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΓΚΙΑΚ - ΚΡΙΤΙΚΗ


0.0/5 κατάταξη (0 ψήφοι)

Τη συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου με τίτλο ΓΚΙΑΚ, σκηνοθετεί στη σκηνή του Skrow, ο Θανάσης Δόβρης.

Γκιάκ στα αρβανίτικα σημαίνει αίμα, οικογένεια, εκδίκηση και στη θεατρική του μεταφορά χαρτογραφεί ιστορικά τραύματα που δημιούργησε ένας πόλεμος και ζωντανεύει ένα ιστορικό παρελθόν.

Σε ένα σκηνικό που θυμίζει μία πισίνα με κόκκαλα, το παρελθόν αναζητά την εξιλέωση και τη λύτρωση από το παρόν, μέσα από αφηγήσεις-εξομολογήσεις προσωπικών ιστοριών των ηρώων, οι οποίες με έντονο το προσωπικό στοιχείο είναι βουτηγμένες στο αίμα και τη βία, αλλά με την τρυφερότητα των αναμνήσεων να είναι ακόμα παρούσα στις ψυχές και να αναζητά διέξοδο και δικαίωση. Τέσσερις ηθοποιοί, τέσσερις διαφορετικές ιστορίες, τέσσερα προσωπικά δράματα, που συχνά μπλέκονται αφηγηματικά μεταξύ τους, αλλά διατηρούν το καθένα την αυθεντικότητα και τη μοναδικότητά του. Το κείμενο γραμμένο σε ελληνικά της υπαίθρου, απλά, ακομπλεξάριστα, κατανοητά εξιστορεί χωρίς να παίρνει θέση, με τους ήρωες να αυτοσπαράσσονται και να προσπαθούν να αναδείξουν μέσα από την αναδρομή των αναμνήσεων, γιατί έχουν μείνει τραυματισμένοι και ανολοκλήρωτοι.

Ο ηθοποιός Θανάσης Δόβρης, δε συμμετέχει ερμηνευτικά στο έργο, αλλά έχει αναλάβει τη σκηνοθετική του επιμέλεια και βάσισε την προσέγγισή του σε μια αφηγηματικού τύπου οπτική, όπου γεγονότα και καταστάσεις ανακαλούνται βαθιά μέσα από τη μνήμη και γίνονται παραστάσεις μπροστά στα μάτια του θεατή, σα να τον καλούν να συμμετέχει σε ένα πρωτότυπο κινηματογραφικό κάδρο. Σε μια τέτοια παράσταση ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι να γίνει το έργο ένα άθροισμα μονολόγων ασύνδετων μεταξύ τους, που θα προκαλέσει αυξομειώσεις ρυθμού και ενδεχόμενη κούραση στο θεατή.

Στο Skrow επιχειρήθηκε οι ηθοποιοί να παίζουν πολύ κοντά στο κοινό και να ανεβάσουν την εσωτερική ένταση της αφήγησής τους, σα να του μιλούν προσωπικά και να θέλουν απλά να του ανοίξουν την καρδιά τους. Θέλουν να δημιουργήσουν μια ταυτόχρονη συνύπαρξη της περιγραφόμενης βίας με μία ωμή τρυφερότητα, συνδυάζοντας εκφραστικότητα λόγου και μία μίνιμουμ σκηνική κίνηση ανάμεσα στα κόκκαλα. Το στυλ αφήγησης των τεσσάρων συμμετεχόντων είναι εντελώς διαφορετικό και φέρνει την προσωπική σφραγίδα του καθενός. Παρόλο που οι ιστορίες αναφέρονται σε εποχές που οι περισσότεροι από μας δε βιώσαμε, έχουν μια αυθεντικότητα και μια αφελή απλότητα ως προς τη δομή τους, που σε κάνουν να θες να παρακολουθήσεις τη ροή και την εξέλιξή τους. Κι έτσι έχουμε μία παράσταση με λογοτεχνική καταβολή, αλλά και με μία ικανοποιητική δόση θεατρικότητας που μπορεί να μη δημιουργεί κάτι ολοκληρωμένα και αμιγώς θεατρικό, αλλά κρατά το θεατή σε εγρήγορση και ενεργή παρακολούθηση.

Ο Στέλιος Ιακωβίδης υιοθετεί μία λίγο αφελή και λίγο κουτοπόνηρη φιγούρα, με μία ιδιαίτερη φωνή που κρύβει μέσα της ζεστασιά και γλύκα και ένα χαρούμενο ηχόχρωμα. Κινείται αρκετά στο χώρο και δημιουργεί ένα χαρακτήρα που αν και κάποιες φορές τείνει στην καρικατούρα, βγάζει μια πικρή ειρωνεία σαν τελική αίσθηση και έχει μέτρο και σκηνική συνέπεια. Κάνοντας κι ένα μικρό παιχνίδι με το κοινό, η ιστορία του κυλάει αβίαστα και χωρίς εννοιολογικά κενά.

Ο Σωτήρης Τσακομίδης είναι ένας πιο λαϊκός ήρωας που δείχνει να θέλει να πει την ιστορία του με λόγια απλά, αλλά και με μια βαθιά ανάγκη να δικαιολογήσει τις πράξεις του στο ακέραιο, ίσως για να καταπραΰνει τις ερινύες του. Αναλυτικός και αναφορικός στο λόγο του, χάνει λίγο τη μαγεία του παραμυθά, κάνοντας μια πιο ορθολογική αφήγηση (συχνά παράλληλα με την πρώτη ιστορία και σε αντιδιαστολή με την πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα αυτής), αλλά χωρίς να νιώσω ότι προσέγγισε τον πυρήνα της. Επαρκής, αλλά δεν έπεισε τον ψυχισμό μου να συμμετέχει.

Η Εύη Σαουλίδου με μία αφοπλιστική και γνήσια αμεσότητα, μια κοριτσίστικη απλότητα στο λόγο της και μια γλυκιά ειρωνεία στη ματιά της, ανακουφίζεται από τα βάρη της με μια ερμηνεία επικοινωνιακά εσωστρεφή, αλλά με μία ψευδαίσθηση απευθείας διαύλου με το θεατή. Μία δυναμική παρουσία που αφήνει το ίχνος της στην προσπάθεια αποδόμησης της βίας και της σκληρότητας που επιχειρεί.

Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης, ο τέταρτος της παρέας σε ένα μονόλογο αρκετά σύνθετο, καταφέρνει να δίνει πάντα την αίσθηση της σκοτεινής (αν και αόρατης) παρουσίας του συνομιλητή της ιστορίας του, περνώντας συχνά ο ίδιος από τον ένα χαρακτήρα στον άλλο, με τρόπο ανεπαίσθητο και ιδιαίτερα επιτυχημένο. Πλανιέται ανάμεσα στα κόκκαλα με μια έκφραση χαμένη, αλλά με την κίνησή του να δείχνει πλήρη έλεγχο των εκφραστικών του μέσων, σε αρμονία με το λόγο.

Το σκηνικό της Εύας Γουλάκου θυμίζει ένα λάκκο, μία πισίνα με κόκκαλα, στην οποία ειρωνικά και συμβολικά κινούνται οι ήρωες, γυρεύοντας τη λύτρωση.
Τα κοστούμια της ίδιας θυμίζουν ελληνική επαρχία όχι πολύ brutal, αλλά εξευγενισμένης.
Η πρωτότυπη μουσική του Νίκου Ντούνα, δεν ήταν όσο δεμένη, θα την ήθελα με τη νοηματική εξέλιξη των ιστοριών, ενώ οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, φώτισαν πολύ εύστοχα και επικεντρωμένα τους ήρωες.

Συμπερασματικά, η παράσταση του Skrow με τη λογοτεχνική πρωτοτυπία, διατηρεί μια αυθεντικότητα και μια εξυπνάδα και στη θεατρική της μεταφορά. Γρήγορος ρυθμός αφήγησης, σκηνική δράση πολύ κοντά στο κοινό, ιστορίες με διαφορετικά στυλ αφήγησης, αλλά όλα ενταγμένα σε ένα ευρύτερο κύκλο θεματικό και νοηματικό. Η λογοτεχνική υφή του κειμένου είναι συχνά παρούσα στην παράσταση και η θεατρικότητα δεν είναι στον ύψιστο βαθμό, αλλά σίγουρα αποδίδει με επάρκεια την ουσία και τα μηνύματα του έργου και είναι μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσετε.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.