Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Ένα κείμενο γραμμένο από τον ίδιο σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος στο Θέατρο Σταθμός με τίτλο "Η Απαγωγή της Τασούλας".
Το πρωτότυπο κείμενο προέκυψε από μια σύνθεση πραγματικών γεγονότων όπως αποτυπώνονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου Τάσου Κοντογιαννίδη και τα ιστορικά αρχεία της εποχής, σε σχέση με τις ερωτικές περιπέτειες ενός ζευγαριού το 1950 στην Κρήτη. Είναι γραμμένο σε έμμετρο στίχο, στα πρότυπα παρόμοιων έργων της Κρητικής Αναγέννησης. Ένας ποιητής που επιστρέφει στον τόπο γέννησής του επιχειρεί να συνθέσει ένα ποίημα-ύμνο στον έρωτα, με αφορμή το τυχαίο βλέμμα που αντάλλαξαν δυο νεαρά παιδιά. Με τη βοήθεια δύο φίλων-συνεργών θα αναπτυχθεί μεταξύ τους ένας αγνός και δυνατός έρωτας, ο οποίος θα χρειαστεί να ξεπεράσει τα υψηλά εμπόδια που θα τους δημιουργήσουν οι οικογένειές τους και ο κοινωνικός περίγυρος. Ο νέος θα κλέψει την κοπέλα για να ζήσουν μαζί και η ιστορία τους θα γίνει αστικός μύθος τόσο στην περιοχή τους, όσο και ανά την Ελλάδα, όπως και η εξέλιξη του έρωτά τους. Η δραματουργική επεξεργασία του κειμένου έγινε από το σκηνοθέτη.

Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος σκηνοθετεί την παράσταση δίνοντας έμφαση στον ερωτικό καμβά των δύο νέων, εστιάζοντας όμως παράλληλα επίσης και στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής και του τόπου. Η ποίηση και ο λυρισμός του έρωτα συναντά τον έμμετρο λόγο, προβάλλοντας τη ρομαντική χροιά της ιστορίας και ταξιδεύοντας το θεατή σε άλλες -περασμένες- εποχές, Οι κοινωνικές αντιθέσεις και ο συντηρητισμός εκείνων των χρόνων αποτελούν τα υψηλότερα εμπόδια που πρέπει να υπερπηδήσουν οι δύο νέοι, προκειμένου το ειδύλλιό τους να ευοδωθεί. Δεν είναι παραλλαγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, ούτε του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, αλλά μια πραγματική ιστορία που συνέβη και επιχειρεί να "μιλήσει" με αυθορμητισμό και γνησιότητα στην καρδιά του θεατή. Η αφήγηση ακολουθείται από εικόνες σκηνικής δράσης σε σωστές αναλογίες, ενώ και η μουσική έχει σημαντική συμβολή, καθώς ντύνει με όμορφες μελωδίες και τραγούδια το λόγο. Κάποιες από τις εικόνες που δημιουργεί ο σκηνοθέτης έχουν γρήγορη ροή κι εξέλιξη, ενώ κάποιες άλλες είναι πιο στατικές και κρατούν λίγο περισσότερο απ' όσο θα ήθελα, χωρίς όμως οι χυμοί και η ένταση των συναισθημάτων να επηρεάζονται. Η τελευταία πράξη του έργου αποτελεί προσγείωση σε μια λιγότερο λυρική πραγματικότητα και δεν ενσωματώθηκε στο γενικότερο κλίμα στο οποίο κινείται η υπόλοιπη παράσταση. Η συνολική χρονική διάρκεια δοκίμασε σε κάποιο βαθμό τις αντοχές του κοινού.

Η Ελένη Στεργίου είναι μια πολύ εκφραστική Τασούλα, γλυκιά, δροσερή, ερωτεύσιμη και με την αθωότητα της νεαρής κοπέλας που για πρώτη φορά νιώθει τόσο έντονα τα σκιρτήματα του έρωτα. Το έντονο βλέμμα, η αέρινη κίνηση, η εσωτερικότητα της φωνής της, δημιουργούν μια ηρωίδα βγαλμένη κατευθείαν από τα κρητικά λαϊκά παραμύθια.
Ο Δημήτρης Καπετανάκος υποδύθηκε τον Κώστα, ένα στιβαρό και αποφασισμένο νεαρό άντρα, που δείχνει έτοιμος να διεκδικήσει μέχρις εσχάτων αυτό που του χρωστά η ζωή. Χωρίς υπερβολές στην ερμηνεία του, αλλά με δυναμισμό, αυτοθυσία και πάθος υπερασπίζεται το αίσθημα και τις επιθυμίες του.
Η Ελένη Βλάχου στο ρόλο της ξαδέρφης Φερενίκης, που συχνά έχει το ρόλο του αγγελιαφόρου μεταξύ των δύο ερωτευμένων ψυχών, βγάζει ένα πηγαίο χιούμορ (τα τετ-α-τετ της με την Τασούλα είναι από τις πιο απολαυστικές σκηνές της παράστασης), με την ερμηνεία της να έχει πολλή ουσία και σχεδόν τίποτε περιττό ούτε στο λόγο, ούτε στην κίνησή της.
Ο Νικολής Αβραμάκης παίζει το φίλο του Κώστα, η συμβολή του οποίου αποδεικνύεται καταλυτική στη συνύπαρξη των δύο νέων. Αν και μπήκε λίγο διστακτικά στις ανάγκες του ρόλου του, βρήκε πολύ γρήγορα τις ισορροπίες του και ήταν ανθρώπινος, ζεστός και έδωσε οντότητα στην έννοια του πραγματικού φίλου.
Ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος ερμηνεύοντας με σαφήνεια και καθαρότητα τον ποιητή-βάρδο απέδωσε ένα χαρακτήρα που προσφέρει την απαραίτητη ώθηση για να ξετυλιχθεί το ερωτικό παραμύθι των δύο παιδιών και αποτελεί τρόπον τινά την έκφραση του λόγου και της καρδιάς του θεατή.
Στη σκηνή βρίσκεται και ο μουσικός Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος (που παίζει διάφορα όργανα), βάζοντας νότες στη ροή του ερωτικού δράματος, τονίζοντας τις εντάσεις του και συνοδεύοντας τους ηθοποιούς στα τραγούδια της παράστασης.

Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη λιτό, δε φόρτωσε υπερβολικά τη σκηνή, χώρισε τους χώρους δράσης των διαφόρων σκηνών, αλλά δε μου έδωσε με σαφήνεια την αίσθηση της "διαδρομής" από το ένα σπίτι (των πλούσιων) στο άλλο (των φτωχών) και αντίστροφα.
Τα κοστούμια του ίδιου είχαν την αυστηρότητα της εποχής και αντιπροσώπευσαν σωστά τους χαρακτήρες που έντυσαν.
Η μουσική του Νίκου Ξυδάκη έδεσε μοναδικά με τον έμμετρο λόγο και αποτέλεσε φυσική του συνέχεια.
Ο Νίκος Γαλιενάνος είχε την επιμέλεια της μουσικής διδασκαλίας των ηθοποιών, ενώ η Λαμπρινή Γκόλια αυτήν της κίνησης που είχε ένταση, πάθος και ζωντάνια.
Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα δημιούργησαν την απαραίτητη ατμόσφαιρα για την εξέλιξη του δράματος, αν και επέμεινε λίγο περισσότερο σε κάποια ελαφρώς υποφωτισμένα κάδρα.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός, παρακολούθησα μια πρωτότυπη (ανα)παράσταση ενός ερωτικού δράματος του περασμένου αιώνα σε υπέροχο έμμετρο λόγο που υποστήριξε τη γνησιότητα και τη λαϊκότητα της ιστορίας που αφηγήθηκε. Η σκηνοθετική προσέγγιση είχε λυρισμό, χωρίς όμως να αποφεύγει τον κριτικό σχολιασμό στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του τόπου και του χρόνου που εκτυλίχθηκε στην πραγματικότητα το ειδύλλιο αυτό. Αν και υπήρξαν κάποια σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό του έργου και η μεγάλη του διάρκεια φλέρταρε με την κούραση του κοινού, στάθηκε με αξιοπρέπεια και συνέπεια στις προθέσεις της. Η "προσγείωση" της τελευταίας σκηνής σε μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση της ιστορίας και η λειτουργικότητά της στάθηκε το μεγαλύτερό μου ερωτηματικό για την παράσταση, παρόλο που ως θεατή τελικά με κέρδισε.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.