Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙ ΚΙΟΥΡΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Το κείμενο της Ευσταθίας "Η Απολογία της Μαρί Κιουρί" σκηνοθετεί στο Θέατρο Σταθμός η Κίρκη Καραλή. Είναι βασισμένο στη βιογραφία της κορυφαίας Πολωνής φυσικού και χημικού Marie Curie (Maria Salomea Skłodowska-Curie), βραβευμένης με Νόμπελ Φυσικής το 1903 (μαζί με το σύζυγό της Pierre Curie) και Χημείας το 1911, γραμμένη από την κόρη της Εύα, σε συνδυασμό με καταγεγραμμένες πληροφορίες σχετικές με τη ζωή της και στοιχεία μυθοπλασίας που αναδεικνύουν άγνωστες, ή ελάχιστα γνωστές πτυχές της ζωής μιας πολυσχιδούς γυναικείας προσωπικότητας. Αφορμή για να ξεδιπλωθεί στη σκηνή η ιστορία αποτελεί η ερωτική περιπέτεια της Κιουρί (τέσσερα χρόνια μετά τον τραγικό θάνατο του συζύγου της) με έναν πρώην μαθητή του άντρα της, τον Πολ Λανζεβάν, πέντε χρόνια νεότερό της. Παντρεμένος, αλλά εν διαστάσει, πατέρας τεσσάρων παιδιών, έκανε σχέση μαζί της, η οποία σκανδάλισε τόσο τη συντηρητική κοινωνία του Παρισιού εκείνης της εποχής, ώστε ο γαλλικός τύπος σχεδόν αποσιώπησε το δεύτερο Νόμπελ της. Το πραγματικό αυτό περιστατικό είναι το εφαλτήριο για μια εφ' όλης της ύλης "απολογία"-αναδρομή στο παρελθόν και την επιστημονική και προσωπική της διαδρομή. Τα πρώτα βήματα στην Πολωνία, τα όνειρα, οι σπουδές και η καριέρα στη Σορβόνη, η σχέση και ο γάμος με τον Πιερ Κιουρί, οι κόρες της, το αποτύπωμά της στην Επιστήμη, είναι οι βασικοί πυλώνες του χειμαρρώδους λόγου της.

Η Κίρκη Καραλή σκηνοθετεί αυτό το εγχείρημα στήνοντας ένα ιδιότυπο "λεκτικό" δικαστήριο, μία φανταστική θεατρική συνθήκη, σε μία σκηνή με ελάχιστα αντικείμενα, αφήνοντάς το λόγο πρωταγωνιστή, συνεπικουρούμενο από την κίνηση. Μια φωνή κατηγορητική, επιτιμητική, που μοιάζει να εκπροσωπεί το κατεστημένο, μια φωνή όχλου που δείχνει να πηγάζει από τις βαθύτερες αγκυλώσεις του, της δίνει την ώθηση να ξετυλίξει τις αναμνήσεις της και να μιλήσει γι' αυτά που έζησε. Να αποτυπώσει τη γυναίκα, την επιστήμονα, τη σύζυγο, τη μητέρα, την ερωμένη και να ισορροπήσει ανάμεσα σε τόσους διαφορετικούς ρόλους. Ο λόγος είναι γρήγορος, κάποιες φορές στα όρια του παραληρηματικού, με σκηνική δράση και χορό να παρεμβάλλονται στην αφήγηση που παραμένει ζωντανή και επιτρέπουν στην πρωταγωνίστρια να έχει έτσι τις σκηνικές ανάσες που χρειάζεται. Υπήρξαν κάποιες σκηνές, που ο ρυθμός του λόγου ήταν υπερβολικά γρήγορος, αλλά σύντομα επανέκαμπτε και έβρισκε τις ισορροπίες του. Οι αντρικοί χαρακτήρες που υπάρχουν στο έργο δεν εκφράζονται με φωνή, αλλά είτε τα λόγια τους μεταφέρονται από γυναικεία χείλη, είτε γίνονται ενέργεια και κίνηση από μια σιωπηλή αντρική φιγούρα. Οι συναισθηματικές κορυφώσεις υπάρχουν, έχουν ρεαλισμό, είναι λιτές, χωρίς να περιέχουν υστερία και απευθύνονται στο θεατή σε πρώτο πρόσωπο, εκμηδενίζοντας με αυτόν τον άμεσο τρόπο, την εποχιακή απόσταση των μηνυμάτων του κειμένου με το σήμερα.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη στο ρόλο της Μαρί Κιουρί, δείχνει να βρίσκεται σε μία από τις πιο ώριμες φάσεις της καριέρας της. Εναλλάσσει στη σκηνή το κορίτσι, τη γυναίκα, την επιστήμονα, τη μάνα, με άνεση, χωρίς η μία πτυχή του χαρακτήρα που υποδύεται να γίνεται βαρίδι για την άλλη. Ευαίσθητη και τρυφερή για τους ανθρώπους που νοιάζεται και αγαπά, δυναμική και επίμονη ως προς τους επιστημονικούς της στόχους, απολογητική προς τις κόρες της που ίσως δεν πρόσεξε όσο μπορούσε, διεκδικητική και ονειροπόλα μέχρι την επίτευξη των πρώτων στόχων και ως προς τη θέση που της άξιζε στην επιστημονική κοινότητα. Χωρίς όμως ούτε στιγμή να πάψει να δείχνει δεκτική στην κριτική και εύθραυστη. Ίσως η πιο ουσιαστική και ολοκληρωμένη ερμηνεία της ηθοποιού τα τελευταία χρόνια.
Δίπλα της η Αγγελική Πασπαλιάρη, υποδύεται την κατήγορο της Κιουρί, συχνά απηχώντας τη φωνή του όχλου, ενώ παράλληλα αποτελεί το ηχείο των αντρικών χαρακτήρων της ζωής της. Αντιπροσωπεύει το φθόνο, την αδικία και τη συντήρηση και βοηθά στο να αναδείξει το μεγαλείο της προσωπικότητας της Κιουρί.
Στη σκηνή είναι και ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου, που όσο βουβά συμμετέχει στο λόγο, τόσο ενεργή και δυναμική είναι η παρουσία του κινητικά, όπου ουσιαστικά δεν αφήνει κομμάτι της σκηνής απάτητο και "καθοδηγεί" με μαεστρία την πρωταγωνίστρια, αποτελώντας γι' αυτήν ένα πολύτιμο στήριγμα.

Το σκηνικό χώρο επιμελήθηκε η Άση Δημητρολοπούλου σε λευκό φόντο (αν και το πίσω μέρος της σκηνής ίσως είχε ενδιαφέρον να παριστανόταν σα μαυροπίνακας). Άφησε ελεύθερη τη σκηνή για να εξυπηρετήσει την έντονη κινητικότητα των ηρώων και κράτησε λίγα σκηνικά αντικείμενα για να εξυπηρετήσει τη ροή της ιστορίας.
Τα κοστούμια της ίδιας, λιτά, χωρίς να θέλουν να τραβήξουν το μάτι του θεατή, αλλά σε κομψή και καθημερινή γραμμή.
Η μουσική της Ευσταθίας αποτελεί ένα πρόσθετο ατού για την παράσταση, με το τραγούδι "Για Πες μου Κάτι" να ξεχειλίζει από ευαισθησία, τρυφερότητα και συναίσθημα.
Η κίνηση είχε τη φροντίδα του Κωνσταντίνου Παπανικολάου και συνέβαλλε τα μέγιστα ώστε να σπάει η γραμμικότητα της αφήγησης και ο λόγος να γίνεται απόλυτα προσιτός στο κοινό.
Οι φωτισμοί του Άλεξ Αλεξάνδρου ακολούθησαν σωστά την πρωταγωνίστρια, τόσο με κλειστά κάδρα (όπου ο λόγος πρωταγωνιστούσε) και με πιο ανοικτά (στην κίνησή της), ανάλογα με την περίσταση.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός, παρακολούθησα μια παράσταση, που θωρώ ότι αποτέλεσε μία ευτυχή συγκυρία θεατρικής συνεύρεσης ταλαντούχων γυναικών. Ένα εμπνευσμένο κείμενο που βασίστηκε στην έρευνα και τη φαντασία, μία σκηνοθετική προσέγγιση που φώτισε περιεκτικά, πολύπλευρα και ολοκληρωμένα μία μεγάλη προσωπικότητα και μια ηθοποιός που έδωσε όλη την ενέργεια και το εσωτερικό της πάθος για να την αναπαραστήσει δυναμικά και πειστικά στη σκηνή, συνδυάστηκαν για μία από τις καλύτερες θεατρικές προτάσεις της σεζόν.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.