Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (16 ψήφοι)

          Χαροκαμένες μνήμες, ποδοπατημένα όνειρα, φρούδες ελπίδες, ανείπωτα λόγια στοιβάζονται στη νουβέλα «Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ», της Ornela Vorpsι. Πρόκειται για ένα μανιφέστο με αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέως, την εποχή της νιότης της, στην απωθημένη πατρίδα της, την Αλβανία. Τη χώρα του ανεπούλωτου τραύματος, του αυταρχισμού, της πατριαρχικής δομής, της καταπίεσης του ερωτισμού και της ελευθερίας, του παρανοϊκού ολοκληρωτισμού του άνδρα – δικτάτορα, της πολλαπλής βίας.
          Γυναικείες διαδρομές σμιλευμένες μόνο με αίμα, πόνο, δάκρυ και θάνατο. Χαραγμένες από μικρούς επιταφίους σ΄ έναν βίαιο, ανδροκρατούμενο κόσμο, δίχως ίχνη σεβασμού, ελευθερίας, ισονομίας. Στη «Χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις», η ζωή είναι προνόμιο μόνο των ανδρών, ενώ η γυναίκα θεωρείται πολίτης δεύτερης κατηγορίας, ένα απλό σκεύος ηδονής. Η καταπίεση του ερωτισμού και η γυναικεία σεξουαλικότητα παρέμεναν ταμπού φοβερά και διώξιμα. Οι «όμορφες» θεωρούνταν γυναίκες ελαφρών ηθών, ενώ οι «άσχημες» ζούσαν στην αφάνεια χωρίς καμία τύχη. Η γυναικεία ομορφιά και οι απειλές που σκευωρούν εναντίον της, πάντα στο επίκεντρο του έργου.
          Η συγγραφέας θυμάται ιστορίες την εποχή της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα. Φέρνει στο φως με σκληρότητα και χιούμορ, προσωπικές στιγμές της εφηβείας της, μέσω της κεντρικής της ηρωίδας. Κόρη πρώην εγκλείστου του στρατοπέδου-ορυχείου του Σπατς, εγκαταλείπει την Αλβανία λίγο πριν από την οριστική κατάρρευση του καθεστώτος Αλία, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και εγκαθίσταται στο Μιλάνο για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.
          Στο θέατρο «ΣΤΑΘΜΟΣ», ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετεί τη νουβέλα της Vorpsi με τα πιο ωραία υλικά: αγάπη, συγκίνηση, ενσυναίσθηση. Εικονοποιεί ευρηματικά τις οδυνηρές αναμνήσεις και τα διαγραφόμενα αδιέξοδα της πρωταγωνίστριας με τρόπο σατιρικό, ειρωνικό, σκληρό, τρυφερό, συγκινητικό.
          Η μετάφραση της Μαρίας Σπυριδοπούλου, ρέουσα, αποδίδει με σαφήνεια το σκληροπυρηνικό σύμπαν της νεαρής «Ορνέλα». Η μονοπρόσωπη αφήγηση διανθίζεται με εμβόλιμους διαλόγους, οι οποίοι επωφελούν τη σκηνική οικονομία με ζωντάνια στη ροή της πλοκής. Η χρήση της αλβανική γλώσσας στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης δεν αποτελεί τροχοπέδη για το ελληνικό κοινό, καθώς το συναίσθημα και η δυναμική του έργου κατορθώνει να σε παρασύρει μεμιάς.
          Το σκηνικό τοπίο, του Γιώργου Λυντζέρη, λιτό και συμβολικό. Τα επιβλητικά πορτρέτα ισχυρών προσωπικοτήτων της σύγχρονης ιστορίας είναι κρεμασμένα στον τοίχο της σκηνής και αποκαθηλώνονται σχεδόν λυτρωτικά στο φινάλε της παράστασης. Ο ίδιος φροντίζει για τα ενδεικτικά κοστούμια των ηθοποιών, απλά καθημερινά ρούχα, φθαρμένα από τον χρόνο.
          Η Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου δημιουργεί εύστοχες φωτοσκιάσεις, ενισχύοντας την ακάνθινη ενηλικίωση της ηρωίδας στο σκληρό καθεστώς της πατρίδας της.
          Η μουσική του Κώστα Λειβαδά, ευεργετική, με ένταση, πάθος, συναίσθημα.
          Η Αμαλία Αρσένη ως «Ορνέλα» είναι αληθινή, ευαίσθητη, υποκριτικά συνειδητοποιημένη και ιδιαιτέρως εκφραστική. Η ηρωίδα βιώνει τον ρατσισμό στο πετσί της. Εις διπλούν, εξαιτίας της γυναικείας ομορφιάς που ακολουθεί το εφηβικό της σώμα και λόγω του εγκλεισμού του πατέρα της στο Σπατς, το πιο κακόφημο χοτζικό γκουλάγκ. Η «Ορνέλα» είναι η φωνή της συγγραφέως, που ξετυλίγει τις οδυνηρές της αναμνήσεις με τρόπο καθάριο, ωμό, γλυκόπικρο. Είναι όλα εκείνα που την έχουν στιγματίσει και την έχουν θωρακίσει με δύναμη, ελπίδα και βαθιά μελαγχολία.
          Γύρω της, οικεία και εφιαλτικά πρόσωπα, ενσαρκώνονται, ευκρινώς, από τις ηθοποιούς Vefi Redhi και Αθηνά Καραγιώτη.
          Η Αλβανίδα ηθοποιός, Vefi Redhi, ξεχωρίζει για τη χειμαρρώδη υποκριτική της δεξιότητα, αναλαμβάνοντας όλους τους «κακούς» ρόλους της παράστασης. Από τη δεσποτική «μάνα», τη σκληρή «δασκάλα» του σχολείου έως τον αδιάφορο «πατέρα» και τη λαϊκή «γειτόνισσα», όλες οι περσόνες της σκιαγραφούνται με συνέπεια και ευθυβολία.
          Η Αθηνά Καραγιώτη ανταποκρίνεται πειστικά στην πολλαπλότητα των ρόλων της.
          Η Vorpsi μας χαρίζει απλόχερα σκληρές εικόνες από μια χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις, μια χώρα, δίπλα μας, που ελάχιστοι τη γνωρίζουμε, μια χώρα που μέσα από τα συντρίμμια του απολυταρχισμού προσπαθεί να αναγεννηθεί. Σε αυτήν τη χώρα, αν αποφύγεις τη φυλακή, την πουτανιά, τον πνιγμό ή την κρεμάλα στην εφηβική ηλικία, τότε αναζητάς να αποδράσεις με την πρώτη ευκαιρία. Χρόνια μετά, μακριά από τούτο τον «παράδεισο», η μνήμη πια ελεύθερη, διαυγής και χωρίς αυταπάτες, έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τα στάδια αυτής της αλβανικής διαπαιδαγώγησης.
«Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ», του Ένκε Φεζολλάρι, καταφέρνει να εντυπώσει βαθιά μέσα μας, με τα πιο όμορφα συστατικά του θεάτρου, όλα όσα αφηγείται η συγγραφέας στον μύθο που γεννιέται κάτω από την καταπίεση.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.