Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ


3.3/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

          «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ» («The Woman in Black»), η νουβέλα τρόμου, της Σούζαν Χιλ, κυκλοφόρησε στη Μεγάλη Βρετανία το 1983. Διασκευάστηκε για το θέατρο κατόπιν παραγγελίας από τον συγγραφέα Στίβεν Μάλατρατ και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή έργα της βρετανικής θεατρικής ιστορίας, που παίζεται επί σειρά ετών με μεγάλη επιτυχία. Πρόκειται για θέατρο εν θεάτρω, με δύο ηθοποιούς σε ένα ψυχολογικό θρίλερ, με θεοσκότεινη gothic ατμόσφαιρα, μυστήριο, ζωντανό τρόπο γραφής, που κρατά τον θεατή σε εγρήγορση μέχρι το τέλος.
          Το κορυφαίο μεταφυσικό ψυχολογικό θρίλερ επιστρέφει στο θέατρο Πειραιώς 131, με τον Νικορέστη Χανιωτάκη στο σκηνοθετικό τιμόνι και τους Τάσο Χαλκιά και Κωνσταντίνο Ασπιώτη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
          Ο συμβολαιογράφος Άρθουρ Κιπς προσλαμβάνει έναν επιτυχημένο ηθοποιό για να τον βοηθήσει να διηγηθεί την ιστορία του σε κλειστό κύκλο συγγενών και φίλων. Μία τραυματική και αλλόκοτη εμπειρία που τον οδήγησε μετέπειτα σε μία ζωή απομόνωσης. Όλα ξεκίνησαν από ένα επαγγελματικό του ταξίδι στο απομακρυσμένο χωριό Κράιθιν Γκίφορντ, για μία υπόθεση κληρονομιάς του Οίκου Ιλ Μαρς. Ο ηθοποιός, χρησιμοποιώντας την τέχνη του, προσπαθεί να τον βοηθήσει να απελευθερωθεί από τον εφιαλτικό βρόγχο της και να ξαναβρεί την γαλήνη της ψυχής του. Οι δυο τους αναπαριστούν όσα συνέβησαν στο παλιό αρχοντικό του Ιλ Μαρς, με τα σκοτεινά μυστικά και τη μυστηριώδη παρουσία μιας μαυροντυμένης γυναικείας φιγούρας, της οποίας η κάθε εμφάνιση προμήνυε θάνατο.
          Ο Στίβεν Μάλατρατ διασκεύασε το κείμενο καθαρά θεατρικά μέσω ενός ευφυούς τεχνάσματος. Μια καλά ειπωμένη ιστορία, μέσω αφήγησης, ξεκινά με όχημα τη φαντασία των θεατών. Ο ηθοποιός αναλαμβάνει τον ρόλο του ήρωα στα νιάτα του και ο Κιπς υποδύεται όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην ιστορία. Αρκεί ένα καπέλο ή ένα πανωφόρι ή ένα μπαούλο με τους κατάλληλους ηχογραφημένους ήχους και τους αρμόζοντες φωτισμούς, για να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα κινδύνου και φόβου στα σκοτεινά δωμάτια της απομονωμένης έπαυλης και στους απειλητικούς εξωτερικούς χώρους. Το φινάλε απρόβλεπτο και πολύ δυνατό.
          Ο Νικορέστης Χανιωτάκης μεταφράζει και σκηνοθετεί μία καλοστημένη θεατρική συνθήκη που επιβεβαίωνει την ανεξάντλητη γοητεία μιας παράξενης ιστορίας. Μιας ιστορίας πιστής στην παλιά, καλή, αγγλική συνταγή με gothic ατμόσφαιρα, ομιχλώδη τοπία, φαντάσματα, σκιές, κραυγές, υπόκωφους ήχους, απομονωμένους πύργους και απροσδόκητα τετ-α-τετ. Μέσα από την αχνή και μισοσκότεινη «θέα», πετυχαίνει έντονη χιτσκοκική υποβλητικότητα. Η έναρξη της παράστασης, ιδιαιτέρως ευφρόσυνη, προοικονομεί για τα μελλούμενα. Η πρόβα του έργου αρχίζει με τον ήρωα επί σκηνής να προσπαθεί να μπει στον ρόλο του και τον ηθοποιό στην πλατεία να τον καθοδηγεί, έτσι ώστε να γίνει «μετρ της υποκριτικής». Ο μακρύς διάδρομος κατά μήκος της σκηνής αποδεικνύεται εύχρηστος στην αναπαράσταση των γεγονότων του βάλτου. Η απροειδοποίητη εμφάνιση της παράξενης, μαυροντυμένης γυναίκας ξαφνιάζει.
          Λιτά, αλλά ενδεικτικά, τα σκηνικά, πολυμορφικά αντικείμενα της σκηνογράφου Μαίρης Τσάγκαρη, όλα τοποθετημένα με γνώση.
          Καλόγουστη η ενδυματολογική επιλογή της Βασιλικής Σύρμα, στο πνεύμα της εποχής.
          Υποβλητικές οι φωτοσκιάσεις του Νίκου Βούλγαρη, εγκιβωτίζουν τον ζόφο της ατμόσφαιρας. Η χρήση των φακών συμβάλλει θετικά στην κλειστοφοβική αισθητική του έργου.
          Η κίνηση των ηθοποιών, διδαγμένη από τη Νίνα Φώσκολου, διεγείρει τη φαντασία των θεατών.
          Το πρωταγωνιστικό δίδυμο απογειώνει τον πυρήνα του θεατρικού με την ευθύβολη υποκριτική του ικανότητα. Ο συγχρωτισμός των δύο ανδρών εμπεριέχει σκηνική χημεία, σεβασμό, ήθος και συνέπεια.
          Ο κ. Τάσος Χαλκιάς, ο πραγματικός «Κιπς», ενσαρκώνει όλους τους ήρωες της ιστορίας με τρόπο πηγαίο, χάρη στην ευρεία υποκριτική του γκάμα. Ο αρχικά νευρικός και αμήχανος «μη ηθοποιός» μεταμορφώνεται σε άξιο μαθητή, που ξεδιπλώνει το πολύτιμο ταλέντο του από τη σκοτεινιά του παρελθόντος. Ζωγραφίζει τον κάθε ήρωα που υποδύεται με τα κατάλληλα χρώματα, αποδεικνύοντας έμπρακτα τη διαχρονική του αξία και ευελιξία.
          Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, στον ρόλο του «ηθοποιού – δασκάλου», που στη συνέχεια υποδύεται τον «Κιπς», κινείται επιδέξια με εύγλωττη σκηνική απόδοση, που κερδίζει τις εντυπώσεις. Κύριος του παιχνιδιού, φανερώνει, εξαρχής, αυτοπεποίθηση με τη γνώση και την ευκαμψία που τον διακατέχει. Έκφραση και κίνηση σε πλήρη αρμονία, καθώς βουτάει ολοκληρωτικά στον ζόφο της περιπέτειας του «μαθητή» του.
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ» θα ενθουσιάσει τους darkness lovers και όχι μόνο. Θέατρο – μαγεία και αχτύπητο πρωταγωνιστικό δίδυμο ισοδυναμούν με τη δυνατή θεατρική εμπειρία.
          Εσείς πιστεύετε στα φαντάσματα;

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.