Η ΚΟΥΖΙΝΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΚΟΥΖΙΝΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ


4.0/5 κατάταξη (4 ψήφοι)

Το έργο του Άγγλου συγγραφέα Άρνολντ Γουέσκερ (Arnold Wesker) με τίτλο "Η Κουζίνα" (The Kitchen), σκηνοθετεί στο Θέατρο Αποθήκη ο Γιώργος Νανούρης. Γράφτηκε το 1957, παρουσιάστηκε στη σκηνή για πρώτη φορά το 1959 στο Royal Court του Λονδίνου, ενώ έγινε και ταινία το 1961. Ο συγγραφέας άντλησε έμπνευση από την εποχή που δούλευε στο Bell Hotel του Norwich και αποτελεί το πρώτο και πιο πολυπαιγμένο κείμενό του. Διαδραματίζεται στην κουζίνα ενός πολυσύχναστου χώρου εστίασης κατά τη διάρκεια της πρωινής βάρδιας. Πρωταγωνιστές ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ο σεφ, έξι ακόμα βοηθοί του στο μαγείρεμα και την ετοιμασία των πιάτων και τρία κορίτσια που έχουν αναλάβει τις παραγγελίες και το σερβίρισμα των πελατών. Στο παρασκήνιο, πίσω από τις κουρτίνες της σάλας που αποτελεί τη βιτρίνα του κάθε παρόμοιου χώρου, δέκα νέοι άνθρωποι, διαφορετικοί μεταξύ τους, με τον καθένα να κουβαλά τη δική του ιστορία, καλούνται να συνεργαστούν σε δύσκολες και ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες δουλειάς, για να εξασφαλίσουν το μεροκάματό τους. Έχουν το παρελθόν τους, τις αγωνίες και τις ανασφάλειές τους, σκέφτονται το μέλλον τους, αλλά καλούνται να τα ξεχάσουν όλα προσωρινά και να δουλέψουν όλοι μαζί γρήγορα και αποτελεσματικά. Άγχος, κούραση, νεύρα, καυγάδες, φιλίες, μίση, όνειρα και έρωτες λαμβάνουν χώρα μέσα σε μια κουζίνα που αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας. Τη μετάφραση και την προσαρμογή του κειμένου έκανε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Ο Γιώργος Νανούρης ανέλαβε τα σκηνοθετικά ηνία της παράστασης προσπαθώντας να αποδώσει με ακρίβεια τη σκληρή εργασιακή πραγματικότητα ενός πολύ απαιτητικού χώρου και να τη συνδυάσει με τις μικρές προσωπικές ιστορίες των νεαρών πρωταγωνιστών του. Αν και η ιστορία έχει γραφτεί πάνω από πέντε δεκαετίες πριν, αυτό που παρακολουθεί ο θεατής στη σκηνή μοιάζει να συμβαίνει τώρα. Με τρόπο ρεαλιστικό συχνά ωμό, σε μια γλώσσα που δεν ωραιοποιεί τίποτα, χρησιμοποιώντας καθημερινές εκφράσεις του δρόμου, δημιουργούνται εικόνες και καταστάσεις εργασιακής καταπίεσης, συναδελφικού bullying, ρατσισμού, αλλά και φιλίας, συνεργασίας και έρωτα. Η ζωή είναι παρούσα με τα αδιέξοδα και τα όνειρά της, εναλλάσσοντας το σκληρό με το τρυφερό της πρόσωπο. Η πλοκή από γραφής δεν επιδέχεται ιδιαίτερη εμβάθυνση, αλλά επιτρέπει στο σκηνοθέτη να κατανοήσει την ουσία της και να τη μεταδώσει με αμεσότητα στο θεατή. Η ένταση των συνθηκών που βιώνουν οι ήρωες, γίνεται ήχος, θόρυβος, κίνηση, χειρονομίες, φωνή, με το χάος στη σκηνή να ακολουθείται από χορογραφία, συμμετρία, σιωπή όπου αφουγκράζεσαι μια πολύ ευαίσθητη ισορροπία. Ίσως κάποιες στιγμές ο θόρυβος των παλλόμενων σκευών να υπερβαίνει λίγο τις ανοχές του μέσου θεατή και κάποιες ατάκες να χάνονται, αλλά η ουσία του εγχειρήματος παραμένει εκεί και δεν αλλοιώνεται. Επίσης κάποιοι διάλογοι μπορεί να ακούγονται τετριμμένοι, αλλά η εικόνα είναι τέτοια που διατηρεί σε εγρήγορση τα μάτια και το πνεύμα. Η αισθητική κάποιων σκηνών (με χαρακτηριστικότερη ίσως το "μπαλέτο" με τα σκεύη σε χαμηλό, υποβλητικό φωτισμό), δημιουργεί σκέψεις, συναισθήματα, συγκίνηση και σε ταξιδεύει. Οι κινηματογραφικές αναφορές ενός δράματος δωματίου εντάσσονται απόλυτα στη θεατρική οικονομία της παράστασης. Το αποτέλεσμα της δουλειάς των ηθοποιών στις πρόβες ήταν εμφανές. Ελάχιστες φορές ο συντονισμός ξεφεύγει και απολαμβάνεις δώδεκα νέα παιδιά να βάζουν ψυχή και ταλέντο στις ερμηνείες τους και να τις "ζουν" στη σκηνή. Τα ονόματα των χαρακτήρων είναι τα βαφτιστικά τους και τους νιώθεις σαν άτομα του δικού σου κόσμου, της δικής σου καθημερινότητας.

Τηρώντας αλφαβητική σειρά η Μαρία Αθητάκη δουλεύει σε υποδοχή και σέρβις στο μαγαζί. Χαμηλών τόνων, συγκεντρωμένη στη δουλειά της, προσπαθεί να επιβιώσει στη ζούγκλα της καθημερινότητας. Το μπαλέτο είναι η κρυφή της αγάπη και εκεί απελευθερώνει όλο το συναίσθημα που κρατούσε μέσα της.
Η Μοσχούλα Ατσιδαύτη και αυτή στο σέρβις, έχει κάποια περιττά κιλά, τα οποία ανέκαθεν αποτέλεσαν αφορμή για bullying από τους γύρω της. Συμφιλιωτική, ενωτική, ανθρώπινη, κάποια στιγμή την τσακίζει η ένταση και η συσσωρευμένη απόρριψη και εκρήγνυται.
Ο Παναγιώτης Γαβρέλας παίζει το σεφ, το συντονιστή της ομάδας, αυτόν που πρέπει να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα την αποτελεσματικότητα της κουζίνας. Άλλοτε ευχάριστος και άλλοτε δυσάρεστος με το υπόλοιπο προσωπικό, προσπαθεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, συχνά καταπιέζοντας τον άνθρωπο μέσα του.
Ο Κωνσταντίνος Γιουρνάς ετοιμάζει φαγητά, βιώνοντας ένταση, αλλά δε διστάζει να δώσει κι ένα χέρι βοήθειας στο διπλανό του όταν χρειάζεται ψυχολογική στήριξη. Η σεξουαλική του ταυτότητα τον στοχοποίησε στο παρελθόν, αλλά μιλάει γι' αυτή ανεπιτήδευτα για να μην αποτελεί βαρίδι στην ψυχική του ισορροπία.
Ο Απόστολος Καμιτσάκης είναι αλλοδαπός που έχει να αντιπαλέψει πέρα από το δαιμονιώδη ρυθμό της κουζίνας, τον κοινωνικό ρατσισμό και τα υποτιμητικά σχόλια εναντίον του. Δείχνει σκληρός, συχνά εκδικητικός, με αυτό του το πρόσωπο να αποτελεί εσωτερική του άμυνα για να μη λυγίσει.
Ο Φίλιους-Μιχαήλ Κανάκης ερμηνεύει το νεοεισελθόντα στο περιβάλλον της κουζίνας. Νέος, ευαίσθητος, ψάχνει τα πατήματά του και είναι ευάλωτος στην έντονη σωματικότητα της δουλειάς. Προσπαθεί να γίνει μέλος της ομάδας, αλλά στο τέλος της πρώτης βάρδιας καταρρέει ψυχικά και σωματικά.
Ο Χρήστος Καρνάκης υποδύεται τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού. Με λίγο γιάπικο στυλ, πνευματώδης, μαθημένος να δείχνει άνετος και ευχάριστος, αγωνίζεται να είναι καλός εργοδότης και χαμογελαστός οικοδεσπότης, κρύβοντας συχνά επιμελώς τα πραγματικά του αισθήματα.
Ο Τάσος Κορκός παίζει έναν τσαμπουκά νεαρό που δε διστάζει να τα βάλει με όλους και με όλα, να έρθει στα χέρια, αλλά και να φωνάξει τον έρωτά του για τη Γρηγορία. Εξωτερικεύει τις σκέψεις και τα όνειρά του με πάθος και άγνοια κινδύνου, έστω και αγγίζοντας στην υπερβολή.
Η Γρηγορία Μεθενίτη, αποτελεί το τρίτο θηλυκό μέλος της υποδοχής του χώρου, με έντονη επιθυμία να εξελιχθεί στη δουλειά της, αλλά και να ζήσει τη ζωή και τον έρωτα. Δυναμική στα καθηκοντά της, αμήχανη στη δημοσιοποίηση της έλξης της προς τον Τάσο, δείχνει να βαδίζει συνεχώς πάνω σε μια κλωστή.
Ο Μάριος Ράμμος, ο χαμηλών τόνων ζαχαροπλάστης που λατρεύει τον ύπνο, είναι ευαίσθητος, εσωτερικός, ονειροπόλος, χωρίς να αναλώνεται σε θυμούς και εκρήξεις, αποτελώντας την τρόπον τινά ήρεμη και αποτελεσματική μονάδα της ομάδας.
Τέλος, ο Σταύρος Τσουμάνης είναι ένα γνήσιο street boy της γενιάς του, που συνειδητοποιεί τις ανάγκες της επιβίωσής του, τις υπερασπίζεται και δεν επιτρέπει σε κανέναν να τον καπελώνει και να τον υποβαθμίζει. Η ομάδα δεν έχει μεγάλα ονόματα, αλλά διαθέτει χημεία και εξαιρετικό συντονισμό τόσο στη ροή του λόγου, όσο και στην κίνηση, με τον καθένα τους να έχει δουλέψει πολύ τόσο στην εκμετάλλευση του προσωπικού του δυναμικού, αλλά και στην απάλειψη άσκοπων ερμηνευτικών εγωισμών. Μεμονωμένες μικροαδυναμίες μπορείς να εντοπίσεις σα θεατής, αλλά το αποτέλεσμα που τελικά εισπράττεις είναι τέτοιο, που τις βάζεις απλά στην άκρη και κρατάς την ουσία.

Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης, με ένα μακρύ πάγκο να αποτελεί το στίβο εργασίας της κουζίνας, τις καρέκλες στο δεξιό άκρο της σκηνής να αποτελούν τα "αποδυτήρια" του προσωπικού, αφήνοντας αρκετό χώρο μπροστά και πίσω από τον πάγκο για την έντονη ως και φρενήρη κίνηση των ηθοποιών του.
Τα κοστούμια του Λάζαρου Τζοβάρα με τις λευκές ολόσωμες ποδιές, είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικά ενός τέτοιου χώρου εστίασης.
Οι ήχοι και η κινησιολογία της παράστασης δουλεύτηκαν συνολικά από την ομάδα και το σκηνοθέτη, προέκυψαν στην τελική τους μορφή μέσα από τις πρόβες και αποτέλεσαν από τα ατού του όλου εγχειρήματος.
Οι φωτισμοί σχεδιάστηκαν και αυτοί από το σκηνοθέτη, υπηρετώντας επιμελώς τη συνολική του οπτική. Έδωσαν έμφαση στις εντάσεις, χαμήλωσαν για να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα και συναίσθημα και αποτύπωσαν εύστοχα το εσωτερικό γκρίζο των νεαρών ηρώων.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Αποθήκη, παρακολούθησα μια παράσταση ενός κειμένου που παρά την ηλικία του παραμένει σύγχρονο και διατηρεί την προβληματική του επίκαιρη. Η σκηνοθετική προσέγγιση ήταν ρεαλιστική, συχνά ωμή, χρησιμοποιώντας γλώσσα σημερινή και σκληρή και συνδύασε επιτυχημένα το λόγο με τους ήχους, την κίνηση και την εικόνα. Η προσπάθεια είχε ρυθμό, ροή και αισθητική, με τον ήχο κάποιες στιγμές να αγγίζει την υπερβολή, αλλά να μην αλλοιώνει την ουσία που προβάλλει και ευαγγελίζεται το έργο. Η ερμηνευτική ομάδα συμπαγής, δυναμική και συντονισμένη, υπερασπίστηκε εξαιρετικά το ταλέντο και τις δυνατότητές της.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.