ΗΛΕΚΤΡΑ (ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ) - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΗΛΕΚΤΡΑ (ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ) - ΚΡΙΤΙΚΗ


3.0/5 κατάταξη (4 ψήφοι)

Στο Θέατρο Βράχων του Βύρωνα παρακολούθησα την τραγωδία του Ευριπίδη "Ηλέκτρα", την οποία σκηνοθετεί ο Θέμης Μουμουλίδης.
Παίχτηκε για πρώτη φορά το 413 π.Χ. και επιχειρεί να εμβαθύνει στις έννοιες της δικαιοσύνης, της ενοχής, της εκδίκησης και της μεταμέλειας. Η Ηλέκτρα ζει έξω από το Άργος παντρεμένη με ένα φτωχό (αλλά ευγενικής καταγωγής) άντρα που της έδωσε ο Αίγισθος για να την ταπεινώσει και ο οποίος από σεβασμό προς εκείνη και την οικογένειά της, δεν την έχει αγγίξει ερωτικά. Θρηνεί τη δολοφονία του πατέρα της και περιμένει την επιστροφή του αδερφού της Ορέστη για να πάρει εκδίκηση. Όταν φτάνουν στο σπίτι της δύο άγνωστοι, οι οποίοι φέρνουν νέα από τον εξόριστο αδερφό της, τους προτείνει να τους φιλοξενήσει για το βράδυ μαζί με το σύζυγό της. Ένας γέρος βοσκός που υπήρξε παιδαγωγός του Ορέστη, αναγνωρίζει στον ένα από τους δύο νέους το γιο του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας που επέστρεψε στο Άργος μαζί με το φίλο του τον Πυλάδη. Μετά την αρχική χαρά της επάνενωσής τους τα δύο αδέρφια αρχίζουν να σχεδιάζουν τη δολοφονία του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας. Ο Ορέστης αναλαμβάνει να σκοτώσει τον Αίγισθο που έχει βγει από το παλάτι για μία τοπική θυσία, ενώ η Ηλέκτρα στέλνει μήνυμα στη μητέρα της ότι δήθεν γεννά και θέλει να τη δει. Ο Αίγισθος σκοτώνεται πρώτος από τον Ορέστη, ενώ η Κλυταιμνήστρα εμφανίζεται πέφτοντας στην παγίδα της κόρης της, κουρασμένη και μεταμελημένη. Η Ηλέκτρα τελικά τη βάζει στο σπίτι και μαζί με τον Ορέστη τη σφάζουν, με τα δύο αδέρφια στη συνέχεια να συντρίβονται από το βάρος των πράξεών τους. Οι Διόσκουροι αποκαθιστούν την εξέλιξη της ιστορίας και αποφαίνονται ότι η Κλυταιμνήστρα έπαθε δίκαιο, αλλά ο Ορέστης έπραξε άδικα (ακολουθώντας τις οδηγίες του Απόλλωνα). Τα δύο αδέρφια θα χωρίσουν και πάλι, η Ηλέκτρα θα παντρευτεί τον Πυλάδη, ενώ ο Ορέστης θα δικαιωθεί στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα. Η μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη που χρησιμοποιήθηκε ήταν στιβαρή, στρωτή και δίνοντας τη δέουσα έμφαση και ροή στο λόγο, χωρίς να πλατιάζει ιδιαίτερα. Η επεξεργασία του κειμένου ήταν της Παναγιώτας Πανταζή.

Ο Θέμης Μουμουλίδης ανέλαβε τη σκηνοθετική επιμέλεια του εγχειρήματος, προσπαθώντας να αναδείξει τα λεπτά όρια μεταξύ δικαιοσύνης κι αδικίας και να διερευνήσει τη βαρύτητα της εκδίκησης και την απάλυνση της ενοχής μέσα από τη μεταμέλεια. Ο λόγος προσπάθησε να γίνει εικόνα και να συνδυαστούν, με σκοπό να εκλυθεί συναίσθημα και τροφή για δημιουργική σκέψη στο θεατή. Στην προσπάθεια αυτή σύντομα ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο αυτών πόλων γινόταν όλο και πιο αδύναμος και στην πορεία χάθηκε εντελώς. Κι έτσι συχνά ο λόγος ακουγόταν άδειος περιεχομένου και επιφανειακός, ενώ η εικόνα ακολουθούσε ασθμαίνοντας και χωρίς συντονισμό. Οι ιλαρότερες στιγμές, δεν κατάφεραν να αποτελέσουν ικανή ανάσα στην τραγικότητα της ιστορίας, γιατί απλά αυτή η τραγικότητα έπαψε να έχει εξέλιξη και κλιμάκωση, μένοντας μετέωρη και αμήχανη, χωρίς εμφανή και στοχευμένη σκηνοθετική καθοδήγηση. Αντίστοιχη έμοιαζε και η διδασκαλία των ηθοποιών, καθώς συχνά έπαιζαν σε διαφορετικούς ρυθμούς και εντάσεις, με σπάνιες τις πραγματικές σκηνικές τους συναντήσεις.

Η Λένα Παπαληγούρα αναλαμβάνει το ρόλο της Ηλέκτρας. Ξεκινά λίγο αμήχανα και με μια ελαφρά υπερβολή στην έκφραση των δεινών που της επιφύλασσαν Αίγισθος και Κλυταιμνήστρα. Σύντομα τιθασσεύει όμως το λόγο της, του δίνει περισσότερο πάθος παρά ένταση και τον συνοδεύει με εκφράσεις προσώπου και σωματική κίνηση που δείχνουν ικανοποιητικά τις αγωνίες και τις προσμονές της. Κάνει εμφανή την τραγικότητα της ηρωίδας της, αλλά δεν τη φωτίζει επαρκώς από όλες της τις πλευρές, αφήνοντας κάποια σημαντικά κενά στην αποτύπωσή της.
Ο Νίκος Κουρής ερμηνεύει τον Ορέστη και έχει την κινητική στιβαρότητα και αποφασιστικότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας του, αλλά και ο λόγος του δείχνει να έχει μια αυτοκυριαρχία και ένα εσωτερικό έλεγχο. Υπάρχει ένα έλλειμμα χημείας στη συνεργασία του με την Ηλέκτρα για τους φόνους του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας, ενώ και στην κοινή τους συντριβή δε δείχνουν απόλυτα συντονισμένοι. Η ερμηνεία του πάντως στέκεται ικανοποιητικά ως προς το μέτρο και την ισορροπία της.
Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης υποδύθηκε τον Παιδαγωγό και είχε τη σωστή αναλογία ζεστασιάς και σοφίας στη φωνή του, πλάθοντας ένα συμπαθή και συναισθηματικό γέρο, ο οποίος "προδίδεται" μόνο σε κάποιες στιγμές κινησιολογικά.
Ο Γιάννης Νταλιάνης παίζοντας το φτωχό, αλλά έντιμο σύζυγο της Ηλέκτρας, κατάφερε να καταδείξει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των συναισθημάτων του, αλλά δεν απέφυγε σε κάποιες στιγμές την υπεραπλοποίηση του ήρωά του. Σα Διόσκουρος δεν είχε ισορροπία και μέτρο στην ερμηνεία του.
Ο Νίκος Αρβανίτης ήταν ο Αγγελιοφόρος που φέρνει τα νέα της δολοφονίας του Αίγισθου. Προσπαθώντας να αναπαραστήσει τους διαλόγους του με τον Ορέστη ήταν υπερβολικός τόσο στις δραματικές όσο και στις πιο σκωπτικές στιγμές του. Σαν Αίγισθος κατάφερε να δείξει την περιφρόνηση που ένιωθε για την Ηλέκτρα, αλλά και την ανασφάλειά του σχετικά με την τύχη του Ορέστη.
Η Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου ερμήνευσε μια Κλυταιμνήστρα με ενδείξεις σκληρότητας στην αρχή, για τις οποίες θα προτιμούσα ένα αιχμηρότερο μέταλλο στη φωνή. Στη συνέχεια σαν ελαφρώς κουρασμένη και μεταμελημένη μητέρα δείχνει πολύ πιο προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του ρόλου της.
Το χορό απάρτιζαν η Μαριάννα Πολυχρονίδη (εξαιρετική στα τραγουδιστικά της καθήκοντα), η Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, η Δανάη Επιθυμιάδη και η Ελένη Ζαραφίδου, οι οποίες ήταν γειτόνισσες της Ηλέκτρας που την επισκέφθηκαν με σκοπό να τη βγάλουν λίγο από την κατάσταση του θρήνου και της εσωτερικής μοναξιάς. Συνδύασαν λόγο και τραγούδι και αποτέλεσαν σημαντικό γρανάζι στη ροή της παράστασης. Λίγος περισσότερος συντονισμός θα τις απογείωνε σαν ομάδα.
Ο Παναγιώτης Εξαρχέας κράτησε το ρόλο του Πυλάδη, μια σιωπηρή "σκιά" του Ορέστη, ο οποίος δεν ενόχλησε, αλλά δεν είχε και καμία ουσιαστική συμβολή στην εξέλιξη της ιστορίας.

Τα σκηνικά της Παναγιώτας Κοκκορού ήταν απλά και γενικά άφηναν αρκετά περιθώρια για την κινητικότητα των ηθοποιών, αλλά έμοιαζαν μάλλον κρύα και απρόσωπα.
Τα κοστούμια της ίδιας δεν τράβηξαν το μάτι του θεατή, υπηρετώντας μια προσέγγιση απλότητας της υπαίθρου, χωρίς υπερβολές, η οποία υπηρέτησε σωστά το κείμενο.
Την Κλυταιμνήστρα την έντυσε έξυπνα με κάτι πιο κομψό, αποφεύγοντας ευτυχώς την υπερβολή.
Η μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου άνευρη και χωρίς ένταση και κορυφώσεις, σώθηκε κάπως από το τραγούδι των κοριτσιών του χορού.
Ο σχεδιασμός του ήχου έγινε από τον Παναγιώτη Πέππα.
Οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου έπαιξαν αρκετά με τις σκιές, δημιούργησαν καλή ατμόσφαιρα και εστίασαν με επάρκεια στους πρωταγωνιστές.

Συμπερασματικά, στο Θέατρο του Βύρωνα, παρακολούθησα μία παράσταση, η οποία προσέγγισε ικανοποιητικά το αρχαίο κείμενο, αλλά δεν το απέδωσε με το βάθος και την έκταση που του άρμοζε. Ο λόγος συχνά ακουγόταν άνευρος και χωρίς να καταφέρνει να αγγίξει το θεατή, να τον κάνει συμμέτοχο και να γίνει γενεσιουργός δύναμη αισθημάτων. Οι ηθοποιοί προσπάθησαν σε ικανοποιητικό βαθμό να μπουν στην ουσία των ρόλων τους, είχαν καλές στιγμές, αλλά έμοιαζαν ασυντόνιστοι και χωρίς η σκηνική τους χημεία να βρίσκεται σε υψηλό σημείο. Κι έτσι απέμειναν οι ατομικές εξάρσεις, οι οποίες όμως έμοιαζαν απλά σαν οάσεις.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.