ΚΡΙΤΙΚΗ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΜΕΣΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΚΡΙΤΙΚΗ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΜΕΣΑ | ΚΡΙΤΙΚΗ


4.8/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

«Ο Δρόμος Περνά από Μέσα» θεωρείται το ωριμότερο και βαθύτερο θεατρικό πόνημα του σπουδαίου Iάκωβου Καμπανέλλη, το οποίο παρουσιάζεται στο θέατρο Μικρό Χορν σε ευφάνταστη σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη.

Πρόκειται για εμβληματικό κείμενο του 1990, γραμμένο με μαεστρία και συγγραφική ευφυΐα, εξαιρετικούς διαλόγους και ακρίβεια στην αποτύπωση των χαρακτήρων. Διαχρονικό και επίκαιρο όσο ποτέ, βαθιά πολιτικοποιημένο, δίχως λέξη πολιτική μέσα, σε μία Ελλάδα που συνεχώς αιμορραγεί. Σκιαγραφεί με σαφήνεια δύο διαφορετικούς κόσμους σ' ένα ανελέητο πεδίο σύγκρουσης αρχών και αξιών. Μία σκληρή μάχη που οδηγεί στη συνειδητοποίηση μέσω «ανθρωποθυσίας», ισοπεδώνοντας ό,τι οι ήρωες πάσχιζαν να υπερασπιστούν. Η άγνοια της ιστορίας αποτελεί ύβρι και η καταιγίδα δεν αργεί να ξεσπάσει, ανατρέποντας τα πάντα.

Ο πάλαι ποτέ μεγαλοαστός Φάνης Ποριώτης ζει μαζί με την αφοσιωμένη οικονόμο του σ΄ένα νεοκλασικό πλουσιόσπιτο που καταρρέει. Αρνείται πεισματικά να το κατεδαφίσει για την ανοικοδόμιση εμπορικού συγκροτήματος και αναγκάζεται να πουλάει κάποια αντικείμενα αξίας για να το συντηρεί. Στην πορεία, εμφανίζεται ο συγκληρονόμος ανιψιός του Ανδρέας Ποριώτης με σοβαρές βλέψεις για το σπίτι. Ένα λαϊκό ζευγαράκι εισβάλλει με τη σειρά του στο σπίτι, με σκοπό να ανελιχτεί κοινωνικοοικονομικά, πέφτοντας με τα μούτρα στη γοητεία της μπουρζουαζίας και σ' αυτό το σημείο συμβαίνουν οι μεγάλες ανατροπές.

Μέσα στο επιβλητικό αρχοντικό, κατοικημένο από σκωροφαγωμένα έπιπλα και ανήσυχες σκιές νεκρών, ο παλιός κόσμος συναντά τον καινούριο όπου το παρελθόν, ως ανάμνηση, φόβος ή τύψη, συγκρούεται με το αδίστακτο παρόν, το οποίο παλεύει να φτιάξει με κάθε μέσο τη δική του ιστορία επιβίωσης και επιβολής. Οι χαρακτήρες της ιστορίας είναι μεστοί και ανθρώπινοι με όνειρα και φιλοδοξίες. Αισθάνονται την ανάγκη να αγαπήσουν και ν' αγαπηθούν, να κρατήσουν την ιστορία ζωντανή, να ρουφήξουν τη ζωή και να την απολαύσουν στάλα στάλα. Από τη μια πλευρά, ο παλαιών αρχών γηραιός αστός προσκολλημένος στις μνήμες του παρελθόντος και από την άλλη, ο αυτοδημιούργητος Νεοέλληνας, ο αριβίστας της αρπαχτής και του εύκολου κέρδους.

Ανάμεσα σε δύο ασυμφιλίωτους κόσμους, ο συγγραφέας συνθέτει ένα κουιντέτο για τρεις ανδρικές και δύο γυναικείες φωνές και μας καλεί να το ακούσουμε προσεκτικά και προπάντων, δίχως προκατάληψη. Γνωρίζει ότι και εμείς, όπως ο γέροντας ένοικος του παλιού αρχοντικού, αδυνατούμε να αποφασίσουμε για την ενοχή ή την αθωότητα της ανθρώπινης μοίρας.

Σκηνοθετικά, ο Χρήστος Σουγάρης με την αρωγή της Σίλιας Κόη και του Νικόλα Ιωακειμίδη στήνει ένα αξιοπρόσεχτο, καινοτόμο θεατρικό παιχνίδι όπου οι ηθοποιοί μοιάζουν να παίζουν με τα παιχνίδια τους. Εμφυσά στο κείμενο μοντέρνα πνοή δίχως να το αλλοιώνει. Με ρηξικέλευθο τρόπο ενώνει το παλιό με το νέο αφήνοντας τους χυμούς και τα πολυσήμαντα μηνύματα του έργου να αναδυθούν. Στήνει βήμα βήμα τη διαδρομή μιας οικογένειας που τρώει τα σωθικά της και στο τέλος όλοι είναι θύματα, αφού έχουν καταχραστεί την «ησυχία» του σπιτιού.

Αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής της παράστασης αναδεικνύεται το ευφυές σκηνικό τοπίο δια χειρός Ελένης Μανωλοπούλου. Άκρως εμπνευσμένο εύρημα το αναδιπλούμενο, κουκλίστικο αρχοντικό αποτελούμενο από πολλά δωμάτια και διακοσμημένο με έπιπλα αντίκες και αντικείμενα μινιατούρες, όλα προσεγμένα στην λεπτομέρεια. Το μέγεθος του σπιτιού αλληγορικό σε σχέση με τη συναισθηματική και υλική του αξία.

Αρμόζουσες οι ενδυματολογικές επιλογές της Χριστίνας Κωστέα, υπαινικτικοί οι φωτισμοί του Γιάννη Δρακουλαράκου, σωστή η επιμέλεια κίνησης της Νατάσσας Σαραντοπούλου.

Ειδική μνεία, στις απόκοσμες μουσικές συνθέσεις του Στέφανου Κορκολή, απόλυτα ταιριαστές στο ύφος του έργου. Το τραγούδι «Silence», στο φινάλε της παράστασης, στέφει τη σιωπή νικήτρια .

Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύεται το «Φάνη Ποριώτη», έναν οικονομικά ξεπεσμένο αριστοκράτη, που αρνείται να πουλήσει το σπίτι του και μαζί και το παρελθόν του. Αυθεντικός, πηγαίος, μεστός αναδεικνύει τη σκηνική του αρτιότητα.

Η Ρούλα Πατεράκη υφαίνει με αξιοζήλευτο υποκριτικό οίστρο την αφοσιωμένη οικονόμο «Γλυκερία», τη γυναίκα που υπηρετεί με πίστη και αγάπη το αφεντικό της επί σειρά ετών. Μολονότι αντιδρά στους ξενόφερτους επισκέπτες και τις μελλοντικές αλλαγές, προαισθάνεται το κακό, αλλά νιώθει ανήμπορη να αντιδράσει.

Ο Πάρις Θωμόπουλος ενσαρκώνει το «Χάρη Αντωνάκο» με αξιοπιστία και ευθυβολία. Είναι ένας πολυμήχανος λαϊκός άνθρωπος, αυτοδημιούργητος και χωρίς αναστολές, που έχει θητεύσει στο σχολείο της ζωής. Σωστό αρπακτικό που θυσιάζει τα πάντα στον βωμό του χρήματος.

Η Κωνσταντίνα Κλαψινού ως «Λίτσα» κινείται με συγκινησιακή σθεναρότητα. Είναι το δημιούργημα του συζύγου της που διψάει για ζωή, λαχταρά την ελευθερία που της έχει στερηθεί και ψάχνει εκείνο το «άλλο» που θα την οδηγήσει στη χειραφέτηση και στην ανασυγκρότησή της.

Ο Αλέξανδρος Βάρθης ερμηνεύει τον «Ανδρέα Ποριώτη», τον ανιψιό και κληρονόμο του σπιτιού με υποκριτική επιδεξιότητα και ακρίβεια. Νέος, ωραίος, τεχνοκράτης και φιλόδοξος περιφέρεται ως «προσκλησοδίαιτος» στα ευρωπαϊκά σαλόνια και επιθυμεί την κοινωνική του ανέλιξη, δίχως συναισθηματισμούς και μνήμες.

Μέσα στη μαγεία του ωραίου αυτού ερειπίου γεμάτο πάθη, μίση, έρωτες, θυσίες, ηρωισμούς και προδοσίες, συγκρούεται το ένδοξο παρελθόν με το αδίστακτο παρόν. Το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή, τα σκουλήκια κατατρώνε τις αντίκες και το τραγούδι της φθοράς κυριαρχεί παντού. «Ο Δρόμος Περνά από Μέσα», μία γόνιμη παράσταση με θετικό πρόσημο που περιγράφει παραστατικά όλους εκείνους τους ανθρώπους που γαλουχήθηκαν με το όνειρο της αρπαχτής για να καταλήξουν χαμένοι, μπερδεμένοι και καταρρακωμένοι.

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.