ΞΥΠΝΑ ΒΑΣΙΛΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΞΥΠΝΑ ΒΑΣΙΛΗ - ΚΡΙΤΙΚΗ


3.5/5 κατάταξη (8 ψήφοι)

Το κείμενο του Δημήτρη Ψαθά "Ξύπνα Βασίλη" σκηνοθετεί στη σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου ο Άρης Μπινιάρης. Γραμμένο το 1965 ως θεατρικό έργο από τον πολύ γνωστό Έλληνα δημοσιογράφο, χρονογράφο και συγγραφέα, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο να τολμά το πρώτο του ανέβασμα στο σανίδι την ίδια χρονιά, έγινε ταινία της Φίνος Φιλμ το 1969 σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη με τους Γιώργο Κωνσταντίνου, Έλενα Ναθαναήλ και Αλέκο Αλεξανδράκη στους τρεις κύριους ρόλους. Ο Βασίλης είναι ένας χαμηλόμισθος και συντηρητικός υπάλληλος ενός εκδοτικού οίκου που ήρθε στην Αθήνα από την επαρχία. Χαμηλών τόνων, υπάκουος και εξαιρετικά σχολαστικός γίνεται προϊστάμενος, αλλά με μικρές οικονομικές απολαβές. Εναποθέτει τη λύση στην οικονομική του δυσπραγία στα λαχεία, τα οποία αγοράζει μανιωδώς, μήπως και η τύχη επιτέλους του χαμογελάσει. Ο Μάνος είναι συνάδελφός του, αριστερών πεποιθήσεων, που αρθρογραφεί κατά του ποιητή Φανφάρα, "εξέχοντος" ποιητή του εκδοτικού οίκου και ο οποίος κατά τύχη συνάπτει σχέση με την αδερφή του Βασίλη, την Ντίνα, όταν αυτή έρχεται από το χωριό τους. Ο Βασίλης πείθεται να ζητήσει αύξηση, η εκδότρια τον απολύει και ο Μάνος κατά τραγική ειρωνεία κερδίζει 2 εκατομμύρια από το λαχείο. Το μυαλό του Βασίλη γυρίζει, τρελαίνεται, νομίζει ότι είναι κόκορας και θα νοσηλευθεί στο φρενοκομείο για δύο χρόνια. Θεραπευμένος πια επιστρέφει στο σπίτι του για να διαπιστώσει ότι ο "αριστερός" Μάνος και η επαναστάτρια αδερφή του διάγουν πολυτελή βίο, διοργανώνουν γιορτή προς τιμή του ποιητή Φανφάρα που πριν λοιδωρούσαν, ενώ έχουν γίνει και συνέταιροι στον εκδοτικό οίκο. Εύλογα αναρωτιέται αν είναι άνθρωπος ή πρέπει να επανέλθει στην ταυτοπροσωπία με τον κόκκορα. Η Θεοδώρα Καπράλου με το σκηνοθέτη υπογράφουν τη διασκευή της νέας αυτής θεατρικής μεταφοράς.

Ο Άρης Μπινιάρης σκηνοθετεί την παράσταση κρατώντας έντονο το κινηματογραφικό της στοιχείο, προσθέτει σε αυτό μουσική και τραγούδια και δημιουργεί ένα ζωντανό, γρήγορο και κεφάτο σκηνικό ψηφιδωτό. Σε ένα μεγάλο λευκό πλαίσιο που δεσπόζει στο σκηνικό και κλείνει την ορατότητα των θεατών στο πίσω μέρος της σκηνής και το οποίο λειτουργεί ως πανί προβολής, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τα πλάνα που κινηματογραφεί ζωντανά πίσω από αυτό με τους ηθοποιούς του. Στην άκρη της σκηνής ένα μουσικό τρίο (δύο όργανα, μια φωνή) γίνεται αφηγητής που μας εισάγει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ηρώων της ιστορίας και επεμβαίνει σε κατάλληλες στιγμές για να δώσει έμφαση σε κάποιες δραματουργικές κορυφώσεις. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί με πολύ κοντινά πλάνα, συχνά διαστρέφοντας τις διαστάσεις και το περίγραμμα των προσώπων, όπως ακριβώς κάποιοι ήρωες διαστρέφουν στην πορεία την προσωπικότητα και τις πεποιθήσεις τους. Το σύμβολο του κόκκορα πανταχού παρόν. Και όλα αυτά σε ένα γρήγορο, σχεδόν ξέφρενο ρυθμό, χωρίς να αλλοιώνεται η συνοχή της ηθογραφίας του Ψαθά, ούτε τα νοήματά της. Ο πολιτικός χαρακτήρας του αρχικού κειμένου παραμένει ζωντανός και επίκαιρος και προβάλλεται διακριτικά, όχι σαν κοινωνικός σχολιασμός, αλλά σαν τροφή για σκέψη στο θεατή. Οι μουσικές ανάσες δίνουν μια ποικιλία στο κινηματογραφικό-θεατρικό ντελίριο και ξεκουράζουν το μάτι, χωρίς να αφαιρούν από το ενδιαφέρον του εγχειρήματος. Στην τελευταία σκηνή το σκηνικό πέφτει (όπως αντίστοιχα έχουν πέσει και τα προηγούμενα πολιτικά στερεότυπα ιδεών και τοποθετήσεων κάποιων από τους χαρακτήρες), οι ηθοποιοί έρχονται live στο προσκήνιο και κλείνουν την παράσταση με μπρίο και στυλ. Στη ροή υπήρξαν ηχητικές υπερβάσεις που αλλοίωσαν το πόσο άνετα και καθαρά έφτανε ο λόγος στην πλατεία, ενώ και τα διαρκή κοντινά που προβάλλονται σε ένα πανί που προξενεί κάποιες οπτικές αλλοιώσεις στην εικόνα, αφαιρεί κάποιους πόντους από την ευστοχία και τη λειτουργικότητα των πλάνων αυτών.

Ο Γιώργος Γάλλος αναλαμβάνει το ρόλο του Βασίλη, ενός χαμηλών τόνων, συντηρητικού υπαλλήλου εκδοτικού οίκου, που έχει μάθει να μη σηκώνει κεφάλι και να μη διαμαρτύρεται. Με μία σχεδόν μόνιμη θλίψη στα μάτια, φωνή που προδίδει αβεβαιότητα και αγωνία και κίνηση γεμάτη στρες και ανασφάλεια, αποτυπώνει εύστοχα όλο τον ταραγμένο εσωτερικό κόσμο ενός "ανθρωπάκου" που θέλει, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του. Έχει βαθιές αρχές και αξίες, τις οποίες υπερασπίζεται μέχρι το τέλος. Μια ψυχωμένη και εσωτερική ερμηνεία από έναν ηθοποιό που έδειξε να έχει βρει τις ισορροπίες και τις λεπτές αποχρώσεις (κωμικές και τραγικές) του ήρωά του.
Η Ηρώ Μπέζου έπαιξε την Ντίνα, την επαναστάτρια και καυγατζού αδερφή του Βασίλη. Δυναμική, κεφάτη, απελευθερωμένη, πηγαία, έχοντας μια ορμητικότητα και το ακαταλόγιστο της νεότητας, πλάθει μια ηρωίδα γεμάτη διάθεση για ζωή και καινούργιες εμπειρίες. Δε βασίστηκε στην εξωτερική της ομορφιά (όπως ήταν η περσόνα της Έλενας Ναθαναήλ), αλλά στα γρήγορα αντανακλαστικά και την αντίληψη του χαρακτήρα της.
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου υποδύεται τον κομβικό ποιητή Φανφάρα, ένα ρόλο στον οποίον άφησε τη σφραγίδα του ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος. Δεν κόπιαρε τίποτα από αυτόν, παρά μόνο τον εσωτερικό ακκισμό του ίδιου του ποιητή που τρέφεται από τα κοπλιμέντα και τον μπόλιασε με τη δική του οξυδέρκεια και θεώρηση. Λόγος ρηχός και υπερφίαλος, ειρωνική στομφώδης απαγγελία, συνεχή χαμόγελα ακόμα και όταν δεν υπάρχει κοινό γύρω του, κίνηση επιτηδευμένη, συνθέτουν ένα εξαιρετικό πορτραίτο ματαιόδοξου και κενού ψευτοποιητή.
Ο Αινείας Τσαμάτης είναι ο Μάνος, ο αριστερός συνάδελφος του Βασίλη, ακραιφνής ιδεολόγος και θιασώτης της επανάστασης και της ανατροπής. Διαρκές πνεύμα αντιλογίας με ένα στακάτο και πειστικό λόγο, δείχνει ταγμένος στις ιδέες και τα πιστεύω του. Στη διάρκεια του έργου βλέπουμε μια πολύ επιτυχημένη μετάλλαξή του σε υπηρέτη του χρήματος και του συστήματος.
Η Έλενα Τοπαλίδου ερμήνευσε την εκδότρια κυρία Φαρλάκου. Εξαρχής ισορρόπησε στα όρια της καρικατούρας, με τα κιτς γυαλιά, μια αυταρχική ειρωνεία στο λόγο και την κωμικά αδέξια κίνησή της, χωρίς όμως ούτε στιγμή να χάσει το μέτρο και να γελοιοποιήσει την ηρωίδα της.
Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου ως μάνα του Βασίλη, δημιούργημα της παρούσας διασκευής του έργου είναι μια τυπική επαρχιώτισσα νοικοκυρά. Απλοϊκή, με μια ζεστασιά στη φωνή και στο βλέμμα, ίσως λίγο φλύαρη, καταφέρνει να τιθασεύσει την υπερβάλλουσα ενέργεια των εκφραστικών της μέσων και να τα εντάξει στο χαρακτήρα της.
Η Λυδία Τζανουδάκη είναι η υπηρέτρια, η Ιουλία, μια υποψήφια νύφη προς κάθε ενδιαφερόμενο. Πονηρή και τσαχπίνα, βγάζει μια αυθεντική λαϊκότητα, αλλά και μια ευστροφία κι ένα μπρίο που δείχνει να ζει και να διακσεδάζει το ρόλο της.
Ο Στέφανος Πίττας είναι ο καλοθελητής Περικλής, φίλος του Βασίλη, αλλά και ο Λελές, υπηρέτης στο σπίτι του Μάνου και της Ντίνας. Στην πρώτη περίπτωση παίζει έναν επιτυχημένο ανακατωσούρα που χώνει τη μύτη του παντού, ενώ στη δεύτερη ένα τυπικό υπηρέτη που θέλει να γίνει καθ' εικόνα και ομοίωση των αφεντικών του.
Ο Κωνσταντίνος Σεβδαλής είναι ένας πολύ καλός αφηγητής που μας εισάγει στην ιστορία και αποτελώντας τη φωνή των μουσικών γεφυρών, μια ευπρόσδεκτη ανάσα στην εναλλαγή των σκηνών.
Ζωντανά στη σκηνή ο Φώτης Σιώτας με το βιολί του και ο Δημήτρης Τσεκούρας με το κοντραμπάσο συνοδεύουν μουσικά τις κορυφώσεις των εικόνων της παράστασης. Την κάμερα χειρίστηκε ο σκηνοθέτης.

Το σκηνικό (όπως και τις προβολές του video) επιμελήθηκε ο Πάρις Μέξης με ένα μεγάλο χώρισμα στο μπροστινό μέρος της σκηνής να παίζει το ρόλο του "κινηματογραφικού" πανιού όπου προβάλλονταν οι λήψεις της κάμερας και από μία πόρτα του να εισβάλλουν στο προσκήνιο οι ηθοποιοί στην τελική σκηνή και να το ρίχνουν.
Τα κοστούμια του ίδιου είχαν σε κάποιους χαρακτήρες (π.χ. Βασίλης, μητέρα Βασίλη) την έντονη αίσθηση του συντηρητισμού, ενώ σε άλλους (Φανφάρας, Φαρλάκου) το σαρκασμό του κιτς.
Η μουσική του Φώτη Σιώτα αποτέλεσε ατού της παρούσας διασκευής του έργου και ήταν απόλυτα ενταγμένη στη σκηνοθετική οπτική του όλου εγχειρήματος. Τους στίχους των τραγουδιών έγραψε ο σκηνοθέτης.
Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου ακολούθησαν τα κοντινά της κάμερας και εστίαζαν στον εκάστοτε πρωταγωνιστή.

Συμπερασματικά, στη σκηνή Νίκος Κούρκουλος του Εθνικού Θεάτρου, είδα μια μοντέρνα θεατρική εκδοχή μιας κινηματογραφικής επιτυχίας του παρελθόντος. Ο σκηνοθέτης κατάφερε να παντρέψει επιτυχημένα τη θεατρικότητα των χαρακτήρων με τις κοντινές κινηματογραφικές λήψεις και να παρεμβάλλει μουσικές γέφυρες που στήριξαν απόλυτα το γρήγορο ρυθμό του έργου. Υπήρχαν κάποιες οπτικές ή ακουστικές αρρυθμίες, αλλά το τελικό αποτέλεσμα δείχνει να δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό τους συντελεστές του. Οι ερμηνείες σε υψηλό επίπεδο, δε μιμήθηκαν σε κανένα σημείο τους κινηματογραφικούς προκατόχους τους και είχαν πολύ καλή σκηνική χημεία μεταξύ τους. Μία από τις πολύ καλές θεατρικές προτάσεις του φετινού προγραμματισμού της πρώτης Κρατικής Σκηνής.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.