ΜΗΔΕΙΑ, ΤΟΥ ΜΠΟΣΤ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΜΗΔΕΙΑ, ΤΟΥ ΜΠΟΣΤ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

«Αν θες να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια, κάνε τους να γελάσουν…» είχε πει ο σπουδαίος Ιρλανδός συγγραφέας, Όσκαρ Ουάιλντ. Αλήθεια και γέλιο, μία σχέση με σκαμπανεβάσματα, ενίοτε και με πισωγυρίσματα ή μεταστροφές, αλλά σίγουρα μια σχέση που κρύβει στο εσωτερικό της στοιχεία βαθιάς αλληλεπίδρασης και πατάει γερά στην πραγματικότητα.
Όταν η αλήθεια μπολιάζεται με το ανεπιτήδευτο γέλιο, το χωρίς φτιασίδια και καλλωπισμούς, και συνδυάζεται και με το απλό και άδολο μεράκι της δημιουργικότητας και της αγάπης για την τέχνη, δημιουργούνται σπουδαία αποτελέσματα. Μάρτυρες ενός τέτοιου αποτελέσματος θα  είναι, όλοι όσοι βρεθούν στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ για να παρακολουθήσουν τη ''Μήδεια'' του Μποστ (Μέντη Μποσταντζόγλου). Μια παράσταση που όχι μόνο προσφέρει άφθονο γέλιο, αλλά παράλληλα αποτελεί μια τοιχογραφία της σύγχρονης κοινωνίας μας, ένα ψηφιδωτό από ευτράπελα και αξιοπερίεργα που λαμβάνουν χώρα, συχνά πυκνά γύρω μας.
Ο Μποστ πήρε την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη, Μήδεια, και της άλλαξε κυριολεκτικά και μεταφορικά τα φώτα. Δημιουργεί πλεκτάνες, προκαλεί έριδες, ανατέμνει πάθη και ευαισθησίες και φυσικά εγκιβωτίζει πολλές από τις σκέψεις που κρατάμε όλοι μέσα μας και φοβόμαστε πολλές φορές να εξωτερικεύσουμε.
Πρόκειται για ένα έργο, που παρότι το πρώτο του ανέβασμα πραγματοποιήθηκε το 1993, διατηρεί με την ίδια ζέση ολοζώντανα τα στοιχεία που το καθιστούν σύγχρονο και επίκαιρο. Όπως, άλλωστε, είχε αναφέρει ο ίδιος ο Μέντης Μποσταντζόγλου, «πρόκειται για ένα έργο που επικρίνει τους επικριτάς, προβληματίζει τους κριτάς και ελευθερώνει τους θεατάς». 
Ο Μάκης Παπαδημητρίου δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. Με την εκφραστική του δεινότητα και το πλούσιο αυθόρμητο ταμπεραμέντο του, καθηλώνει τους θεατές και αφήνει σίγουρα το στίγμα του ως μία από τις συναρπαστικότερες Μήδειες, που πέρασαν ποτέ από το σανίδι.
Ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος ως Οιδίποδας, γοητεύει, συγκινεί και ανταποκρίνεται με επιτυχία στο στοίχημα μιας απαιτητικής παράστασης όπως αυτή, ενώ η Μίνα Αδαμάκη ως καλόγρια Πόλυ και ως άλλη femme fatale, είναι μια ξεχωριστή persona πάνω στη σκηνή.  
Ο Γιάννης Δρακόπουλος, ως Ευριπίδης, και ο Νίκος Πουρσανίδης, ως Ιάσων, αποτελούν δύο σπουδαίους συνδετικούς κρίκους που ενώνουν στην παράσταση το γκροτέσκο με το pop στοιχείο, αποδεικνύοντας πως μια πραγματικά καλή χημεία, μπορεί να κάνει τη διαφορά.  
Ο Γεράσιμος Σκαφίδας, ως Τροφός, και η Μπέτυ Αποστόλου, ως Αντιγόνη, αποτελούν σημαντικούς πυλώνες ενός οικοδομήματος που έχει όλα τα ερείσματα και τις βάσεις για να κερδίσει κοινό και κριτικούς φέτος τον χειμώνα. Αποφεύγοντας την παγίδα της υπερβολής και της εσωστρέφειας, άλλοτε επιχειρούν να «πολώσουν» την ατμόσφαιρα, να τροφοδοτήσουν τα πάθη που κρύβονται κάτω από τους χαρακτήρες, κι άλλοτε λειτουργούν εξισορροπητικά, σαν να επιζητούν μια αναζωογονητική συναίνεση, που λειτουργεί με όρους αποφόρτισης και για τον ίδιο τον θεατή.  
Τέλος, η Άννα Κλάδη, ως Ψαράς/Εξάγγελος, οικειοποιείται επιτυχώς τον χώρο και τον χρόνο που της δίνεται πάνω στη σκηνή, σαγηνεύοντας τους θεατές με τις πλείστες όσες μεταλλάξεις της.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Νικορέστη Χανιωτάκη, αφήνει περιθώρια στους ηθοποιούς να αναδείξουν ακόμη περισσότερα κομμάτια του ταλέντου τους. Δεν προσπαθεί να επιβάλλει πράγματα, αλλά αντίθετα ανοίγει τις κατάλληλες διόδους για να απελευθερώσουν οι ηθοποιοί όσα περισσότερα δημιουργικά εργαλεία διαθέτουν από το υποκριτικό τους οπλοστάσιο.
Τα σκηνικά της Αρετής Μουστάκα είναι λιτά, εύπλαστα και ευμετάβλητα στις ανάγκες της κάθε σκηνής, ενώ τα κουστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου φωτίζουν ακόμη καλύτερα πτυχές της προσωπικότητας των χαρακτήρων.
Η πρωτότυπη μουσική της Monika που παίζεται ζωντανά από τους ηθοποιούς προσδίδει αφενός ενέργεια στους χαρακτήρες και αφετέρου αποτελεί μια ζείδωρη δύναμη για τους ίδιους τους θεατές.
Μην το σκέφτεστε, λοιπόν. Αυτή η Μήδεια είναι μεστή, αιχμηρή, σπιρτόζα, μα κυρίως άμεση και διαχρονική. Διαθέτει έναν καινοφανή τρόπο να προσεγγίζει τα πράγματα και τις καταστάσεις, ενώ ξέρει να ελίσσεται με μαεστρία ανάμεσα στους θεατές και να γίνεται αποδεκτή, παρά τις ιδιαιτερότητές της. Συναρπάζει με την ωριμότητά της, ενώ παράλληλα δημιουργεί και τους απαιτούμενους προβληματισμούς για το πώς μπορούμε τελικά να αντισταθούμε στην αβυσσαλέα πραγματικότητα που μας περιβάλλει. 

 


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.