Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ - ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Ζιν (Howard Zinn) "Ο Μαρξ στο Σόχο" (Marx in Soho) σκηνοθετεί ο Άγγελος Αντωνόπουλος στο Θέατρο Άλμα.
Γραμμένο το 1999, έχει παρουσιαστεί πολλές φορές στο θέατρο, με τον ίδιο να το ανεβάζει ως πρωταγωνιστής για τρεις συνεχόμενες σαιζόν την τριετία 2006-2008. Φέτος επαναλαμβάνεται, με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ του Γερμανού φιλόσοφου και διανοητή, ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής του κομμουνισμού. Ο Μαρξ λοιπόν επιστρέφει για λίγο από τον άλλο κόσμο στο Σόχο της Νέας Υόρκης, από λάθος, αντί της αντίστοιχης περιοχής του Λονδίνου όπου έζησε για κάποιο καιρό όσο ήταν εν ζωή, για να υπερασπιστεί τα ιδεώδη του κομμουνισμού από το στρεβλό τρόπο που ασκούνται στο παρόν και να σώσει τον κόσμο από τον καλπάζοντα καπιταλισμό. Το έργο όμως δεν αντιμετωπίζει το Μαρξ μόνο ως φιλόσοφο, αλλά παρουσιάζει και την πλευρά του ως οικογενειάρχη, ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ζήσει αξιοπρεπώς τη γυναίκα του Τζένη και τα παιδιά τους. Επιχειρεί να αποκαταστήσει τις αρχές του, ξεκαθαρίζει το βαθύτερο νόημα κάποιων από τις θεωρίες του, φέρνει πίσω αναμνήσεις με τα αγαπημένα του πρόσωπα και διαλόγους με τον Ένγκελς ή τον Μπακούνιν και διαπιστώνει ότι ο κόσμος δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από τον Άρη Λασκαράτο και είναι σε γλώσσα φιλική προς το θεατή χωρίς δύσκολους τεχνικούς όρους όσον αφορά τις θεωρίες του Μάρξ και με ροή. Τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου έκανε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος σκηνοθετεί το μονόλογο αυτό, επιχειρώντας να φωτίσει τόσο το διανοητή Μαρξ, όσο και τον άνθρωπο, συνδέοντας άρρηκτα τις δύο αυτές πτυχές της προσωπικότητάς του. Ο Μαρξ που βλέπουμε στη σκηνή δεν είναι ένας μύθος, ένα τοτέμ ιδεών, αλλά άνθρωπος με σάρκα και οστά, ο οποίος παλεύει για την επιβίωση, αλλά και την εξάπλωση των ιδεών του. Ανάμεσα στις θεωρίες και τα βιβλία του παρεμβάλλονται μικρά, προσωπικά, κάποια χιουμοριστικά και κάποια πιο πικρά, στιγμιότυπα ζωής που τον δείχνουν τρωτό, ευάλωτο, ανθρώπινο. Μιλάει με ενθουσιασμό, αλλά και παράπονο, με νοσταλγία, αλλά και πάθος, με μέτρο και δυναμισμό και όλα αυτά στις κατάλληλες δόσεις, χωρίς να χάνεται κάπου η ισορροπία. Υπήρξαν κάποιες αναλύσεις που αναπόφευκτα κούρασαν προσωρινά, αλλά ο ρυθμός επανέρχεται σύντομα στη ζωντάνια του, κυρίως με τα πιο προσωπικά στιγμιότυπα του Μαρξ με την οικογένεια και τους φίλους του. Η ροή της αφήγησης έχει χρώμα και ένταση, άλλοτε πάθος και άλλοτε συναίσθημα και οι εναλλαγές αυτές κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή ως το τέλος.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος γίνεται ένας προσιτός και ανθρώπινος Μαρξ που υπερασπίζεται τόσο τις ιδέες του, όσο και τις επιλογές της ζωής του. Έχοντας επανέλθει για λίγο στη ζωή, έχει όλη τη δυναμική και την ορμητικότητα ενός νέου στοχαστή, αλλά και την ωριμότητα αυτού που είδε τις θεωρίες του να διαστρεβλώνονται και να χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν. Στη σκηνή έχει ενέργεια, ο λόγος του είναι στιβαρός και μεστός, ενώ σε κάποιες σκηνές νιώθεις να παρασύρεσαι από τη σαγήνη του πάθους και του ενθουσιασμού του. Η χροιά της φωνής του έχει χρώμα, ζεστασιά και παλμό, η κίνηση έχει ένταση, αλλά και μια λανθάνουσα εσωτερική κούραση και το όλο του στήσιμο πατάει στους κώδικες του ταλέντου, της εμπειρίας και της βαθύτερης κατανόησης του ρόλου του. Η παρουσία του στη σκηνή εκπέμπει πάντα μια ευγένεια, μια αρχοντιά και μια προσωπικότητα για τα οποία καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τυχαία και ότι σμιλεύτηκαν αργά και προσεκτικά κατά τη διάρκεια της πολυετούς του καριέρας, χωρίς να φοβάται να εκτεθεί στο κοινό και χωρίς ο ίδιος να επαναπαύεται στις δάφνες του και να καταφεύγει σε εύκολες και πεπατημένες λύσεις.

Τα σκηνικά της παράστασης ήταν του Γιώργου Ασημακόπουλου και ήταν λιτά, αφήνοντας αρκετό χώρο στον ηθοποιό για να κινείται στη σκηνή και να μιλά για θεωρίες, γεγονότα και πρόσωπα (επιμέλεια σκηνικού Γιώργος Λυντζέρης).
Τα κοστούμια του ίδιου κινήθηκαν σε μια απλή, σχεδόν προλεταριακή γραμμή, χωρίς όμως να αποδίδουν μια κακώς εννούμενη λαϊκότητα στον ήρωα.
Οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα ήταν γενικά χαμηλοί, χωρίς ιδιαίτερες εναλλαγές και κάποιες φορές κράτησαν τον ηθοποιό σε ένα σχετικό ημίφως χωρίς να εστιάζουν επαρκώς στις εκφράσεις του.
Ο ίδιος ήταν υπεύθυνος και για το video, ενώ η Βάνα Πεφάνη είχε την επιμέλεια της μουσικής.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Άλμα παρακολούθησα ένα ενδιαφέρον κείμενο που αν και σε κάποιες στιγμές έδειχνε λίγο ξεπερασμένο, φώτισε πολύπλευρα την προσωπικότητα ενός από τους μεγαλύτερους διανοητές του 19ου αιώνα. Η σκηνοθεσία κράτησε τις ισορροπίες μεταξύ προσωπικών στιγμιοτύπων και των θεωριών του Μαρξ, μεταξύ του ανθρώπου και του φιλόσοφου, με το ρυθμό να κάνει ελάχιστες κοιλιές. Η ερμηνεία απέδειξε ότι κάποιοι ηθοποιοί είναι σαν το παλιό, καλό κρασί, ωριμάζουν με το χρόνο, αλλά δε χάνουν στιγμή τη λάμψη, την προσωπικότητα και την ακτινοβολία τους


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.