Ο ΠΑΙΚΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ΠΑΙΚΤΗΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


3.7/5 κατάταξη (7 ψήφοι)

Το μυθιστόρημα του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, με τίτλο "Ο Παίκτης" (Игрок), σκηνοθετεί στο Θέατρο 104 η Σοφία Καραγιάννη.
Γράφτηκε και δημοσιεύθηκε το 1866 με αρχικό τίτλο "Ρουλέτενμπουργκ", με τον εκδότη να τον αλλάζει τελικά για έναν πιο ρώσικο τίτλο. Έργο με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς τρία χρόνια πριν ο συγγραφέας είχε χάσει όλα του τα λεφτά σε καζίνο και οι πιστωτές του τον πίεζαν ασφυκτικά. Ο Αλεξέι Ιβάνοβιτς είναι ακόλουθος και "παιδαγωγός" μιας ρώσικης οικογένειας που μένει σε μία σουίτα ξενοδοχείου στο Ρουλέτενμπουργκ, με το στρατηγό που ηγείται της οικογένειας να είναι χρεωμένος στο Γάλλο Ντεγκριέ. Η οικονομική του σωτηρία φαίνεται να είναι ο θάνατος της γηραιάς θείας του, η οποία είναι σοβαρά άρρωστη. Ο Αλεξέι τρέφει έναν απελπισμένο έρωτα για την Πωλίνα, την ανηψιά του στρατηγού, η οποία του δίνει ένα μικρό χρηματικό ποσό και τον προτρέπει να το πολλαπλασιάσει παίζοντας στο καζίνο. Οι σχέσεις περιπλέκονται όταν στην εξίσωση εμφανίζεται και ο κύριος Άστλευ, ένας Άγγλος ευγενής. Η άρρωστη θεία καταφτάνει στην πόλη, ενημερώνει τον Αλεξέι για την κάκιστη οικονομική κατάσταση του στρατηγού και τον παίρνει μαζί της στο καζίνο για να τζογάρει. Στην αρχή κερδίζει ένα σημαντικό ποσό και στη συνέχεια αποφασίζει να ξαναρισκάρει και να τα χάσει όλα. Ο Αλεξέι αρχίζει να παίζει για τον εαυτό του, κερδίζει και προσφέρει στην Πωλίνα τα λεφτά, αλλά αυτή τον κατηγορεί ότι θέλει να την εξαγοράσει και τον εγκαταλείπει φεύγοντας με τον κύριο Άστλευ. Αυτός καταφεύγει στο Παρίσι όπου τρώει όλα του τα λεφτά σε ασωτείες με τη Μαντάμ Μπλανς. Τη μετάφραση από τα Γαλλικά έκανε ο Μιλτιάδης Σαλβαρλής και είχε ροή, συνέπεια και ρυθμό. Την προσαρμογή του κειμένου έκανε η σκηνοθέτις, μαζί με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη και τη Βάσια Μίχα.

Η Σοφία Καραγιάννη σκηνοθετεί την παράσταση, κρατώντας ατόφιο το νοηματικό ιστό του αρχικού κειμένου και δημιουργώντας ένα ιδιότυπο ψυχολογικό παζλ χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων. Συνδυάζει έξυπνα την αφήγηση και τη σκηνική δράση, τις οποίες και εναλλάσσει, σε δόσεις τέτοιες ώστε να κρατά το θεατή σε εγρήγορση και η ροή του έργου να μην κάνει παρά ελάχιστες κοιλιές. Η βασική θεματική είναι διαχρονική κι αυτό τονίζει η σκηνοθετική προσέγγιση, τόσο με τις εικόνες που δημιουργεί, όσο και με το λόγο, αποτυπώνοντας με λεπτομέρεια τη νοοτροπία και τις ψυχολογικές διακυμάνσεις από το ζενίθ στο ναδίρ του τζογαδόρου, αλλά και τους πάσης φύσεως εθισμούς. Εκεί δεν υπάρχει φύλο, τάξη ή ηλικία (αφού βλέπουμε να παίζουν με την ίδια μανία, τόσο ο παιδαγωγός, όσο και η πλούσια γηραιά κυρία). Παράλληλα, αναπτύσσονται με λεπτότητα και ευαισθησία οι απέλπιδες έρωτες των ηρώων και τα ψυχολογικά αδιέξοδα που αυτοί δημιουργούν. Το χιούμορ δίνει και αυτό το παρόν στην παράσταση, συχνά με τη μορφή σαρκασμού ή πικρόχολων σχολίων, αποφορτίζοντας ενίοτε την ατμόσφαιρα. Η συνεχής κίνηση δίνει σε κάποιες σκηνές ένα φρενήρη ρυθμό, ενώ οι εναλλαγές της αφήγησης δίνουν ανάσες και διατηρούν το τέμπο υψηλό. Η χρήση μασκών οικόσιτων ζώων δίνει μια καρναβαλική διάσταση στην ένταση του ανθρώπινου πάθους για τον τζόγο και την αφύπνιση των ζωωδών ενστίκτων μας, όταν αυτά μας τυφλώνουν πριν μας καταστρέψουν. Υπήρχαν κάποια μοτίβο που επαναλαμβάνονταν ίσως κατά τι υπέρ το δέον, αλλά αυτό ελάχιστα μειώνει τη δυναμική της εύστοχης σκηνοθετικής προσέγγισης.

Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στο ρόλο του "παιδαγωγού" Αλεξέι Ιβάνοβιτς ελίσσεται με άνεση μεταξύ του πάθους του έρωτα κι αυτό του τζόγου, με διακριτά όμως τα όρια μεταξύ των δύο. Η επιθυμία του για την Πωλίνα είναι σχεδόν ανίατη, δε γνωρίζει κανένα φραγμό, ενώ όταν καταφεύγει στο καζίνο εξελίσσει τη νοοτροπία του τζογαδόρου, από αυτή του περιστασιακού παίκτη σε εκείνη του "αρρωστημένα" μόνιμου θαμώνα. Με δυναμική, πολλή ενέργεια, διαρκή κίνηση, καθαρό λόγο και αμεσότητα στην ερμηνεία του, αποτυπώνει εύστοχα και με ακρίβεια ένα χαρακτήρα που γίνεται μόνιμα θύμα των περιστάσεων, διατηρώντας τη συνέπεια και την εκφραστικότητά του.
Η Κορίνα Θεοδωρίδου υποδύεται την ευαίσθητη και εύθραυστη Πωλίνα που τυραννιέται από τους δαίμονές της, αλλά και την ψυχρή γυναίκα που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τον Αλεξέι για να της βγάλει λεφτά στο καζίνο, αλλά και να τον εγκαταλείψει έρμαιο του πάθους του γι΄αυτήν. Η ερμηνεία της έχει ροή, συνέχεια και πειθαρχία αποδίδοντας σωστά την ταραγμένη της ψυχοσύνθεση.
Η Βασιλική Διαλυνά παίζει την ερωτική, αλλά και υπολογίστρια Μπλανς, με μπρίο, θηλυκότητα και ματιά που υπόσχεται πολλά. Στη συνέχεια μεταμορφώνεται σε μία απολαυστική γηραιά θεία, η οποία είναι αυταρχική, ιδιότροπη, φτάνει συχνά στη αγένεια και τον κυνισμό, φλερτάροντας με τα όρια της καρικατούρας, τα οποία όμως δεν ξεπερνά ποτέ, με τις εκφράσεις του προσώπου της και την κίνησή της πάνω στην αναπηρική πολυθρόνα να είναι υποδειγματικές.
Ο Αλέξανδρος Τούντας είναι ο συντηρητικός και λίγο αυστηρός Στρατηγός, ο οποίος φτάνει στα όρια της απελπισίας και της οικονομικής καταστροφής. ο λίγο αλαζόνας και θρασύς ΝτεΜπριε που θεωρεί ότι με το χρήμα αγοράζει τα πάντα, αλλά και ο ευαίσθητος και αριστοκράτης Άστλευ με κυρίαρχο στοιχείο του χαρακτήρα του την κατανόηση και την ανθρωπιά. Και οι τέσσερις έχουν πολύ καλή χημεία στη σκηνή και επικοινωνία, δείγμα ότι ο θίασος δουλεύτηκε με υπομονή και επιμονή.

Το σκηνικό χώρο επιμελήθηκε η Κωνσταντίνα Κρίγκου και στην αρχή είναι εντελώς γυμνός, με τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς να κουβαλά με την είσοδό του, σαν τα βάσανα (ή το σταυρό) της ζωής του, ένα κάρο όπου υπάρχουν ένα πολυχρηστικό τραπέζι, καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα μικροαντικείμενα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του έργου, για να τα αποσύρει και πάλι στο παρασκήνιο στο τέλος, με τον ίδιο τρόπο, αφήνοντας το χώρο όπως και στην αρχή.
Τα κοστούμια της ίδιας, κομψά, χωρίς να προκαλούν ή να τραβούν το μάτι, είναι χαρακτηριστικά του κοινωνικού τύπου που αντιπροσωπεύει κάθε ήρωας στην παράσταση.
Η μουσική του Στάθη Δρογώση τονίζει τις δραματικές κορυφώσεις της εξέλιξης της πλοκής, ενώ την επιμέλεια της κίνησης είχε η Μαργαρίτα Τρίκκα. Ήταν συνεχής, νευρική, έντονη και με τους ηθοποιούς να υποστηρίζουν κινητικά τον ήχο της μπίλιας στη ρουλέτα.
Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου εστίασαν στις αντιδράσεις και τις εκφράσεις των ηρώων, με λίγα γενικά πλάνα όταν χρειάζονταν στις ομαδικές σκηνές δράσης.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου 104, παρακολούθησα μια σύγχρονη παράσταση ενός κλασσικού έργου της παγκόσμιας λογοτεχνίας, προσαρμοσμένο έξυπνα στη θεατρική συνθήκη, χωρίς να αλλοιώσει το νοηματικό του ιστό. Η σκηνοθεσία έδωσε γρήγορο ρυθμό, ενίοτε καταιγιστικό, δημιούργησε εικόνες που εναλλάσσονταν με την αφήγηση και ανέλυσε εύστοχα τις ψυχολογικές ιδιαιτερότητες των ηρώων. Οι ηθοποιοί υποστήριξαν εξαιρετικά τη σκηνοθετική οπτική, ενώ η επαναληπτικότητα κάποιων μοτίβο και λίγες αρρυθμίες, δεν αλλοιώνουν ούτε στο παραμικρό την εντύπωσή μου ότι η παράσταση αυτή είναι από τα κερδισμένα στοιχήματα της φετινής θεατρικής σαιζόν.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.