Ο ΘΕΙΟΣ ΒΑΝΙΑΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ΘΕΙΟΣ ΒΑΝΙΑΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (3 ψήφοι)

Το έργο του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (Анто́н Па́влович Че́хов) "Ο Θείος Βάνιας" (Дядя Ваня) σκηνοθετεί στην κεντρική σκηνή του Bios η Μαρία Μαγκανάρη. Γράφτηκε το 1896 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1899 σε σκηνοθεσία του πρωτοπόρου Κονσταντίν Σεργκέγεβιτς Στανισλάφσκι, με πρωταγωνιστές τον ίδιο, τη σύζυγό του Λιλίνα και την Όλγα Κνίπερ, σύζυγο του συγγραφέα. Στην Ελλάδα το πρώτο του ανέβασμα έγινε το 1931 από τον θίασο Βεάκη-Μινωτή-Παξινού. Ο συνταξιούχος καθηγητής Σερεμπριακόφ αποσύρεται στο απομακρυσμένο υποστατικό του στη ρωσική επαρχία με την αρκετά νεότερη γυναίκα του για να ξεκουραστεί, ταλαιπωρούμενος από θέματα υγείας. Η παρουσία τους ανατρέπει την ισορροπία της ζωής των ανθρώπων που μένουν εκεί και το συντηρούν μεριμνώντας ώστε να λαμβάνει τακτικά εισόδημα από αυτό ο καθηγητής, ενώ φέρνει στην επιφάνεια ανεκπλήρωτα όνειρα, φιλοδοξίες και ερωτικά πάθη. Ο Βάνιας βιώνει το αίσθημα μιας ζωής που νιώθει ότι χαράμισε, χωρίς να απολαύσει αυτά που πραγματικά ήθελε, ενώ τρέφει και έντονα αισθήματα για τη δεύτερη σύζυγο του καθηγητή, τα οποία δε βρίσκουν ανταπόκριση, η Σόνια, κόρη του καθηγητή, γλυκιά, εργατική, αλλά άσχημη, που επίσης βιώνει ένα ανεκπλήρωτο έρωτα με τον γιατρό Αστρόφ, ο γιατρός που μεταξύ μέθης και νηφαλιότητας παθιάζεται (κι αυτός) ερωτικά για τη δεύτερη γυναίκα του καθηγητή, η ψευτοδιανοούμενη Μαρία Βασίλιεβνα, μητέρα του Βάνια, που δείχνει να πλήττει από τη συμβίωσή της με τους υπόλοιπους, ο ξεπεσμένος Τελέγκιν που υπομένει καρτερικά τη σκληρή ζωή και η παραμάνα, η Μαρίνα, συγκροτούν έναν παρακμιακό κύκλο ανθρώπων που συμβιώνουν αναγκαστικά, αναζητώντας απελπισμένα την ευτυχία σε ένα σύμπαν που αλλάζει γύρω τους. Η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη είναι καίρια και ουσιαστική, αφού καταφέρνει να αποκαλύψει όλη τη συναισθηματική ανισορροπία των ηρώων και να διεισδύσει στον κόσμο τους.

Η Μαρία Μαγκανάρη σκηνοθετεί την παράσταση, επιχειρώντας ένα βαθύ και συχνά ανελέητο ψυχογράφημα των ηρώων, ώστε να αναδείξει τις ανασφάλειες και τα αδιέξοδά τους και να τεκμηριώσει με επάρκεια τη διαχρονικότητά τους και το πόσο επίκαιρα παραμένουν στις μέρες μας. Όλοι οι χαρακτήρες βρίσκονται σε ένα προσωπικό τέλμα, επιχειρώντας να μη βουλιάξουν πλήρως σ' αυτό, αλλά να καταφέρουν να επιπλεύσουν, να συνεχίσουν να ζουν, έστω και με τις όποιες λίγες ελπίδες. Η οπτική της σκηνοθέτιδας βασίζεται όχι στην απλή αναγνώριση της παρούσας απέλπιδος κατάστασης και της εύκολης δημιουργίας μια συμπάθειας-ταύτισης με τους πάσχοντες ήρωες, αλλά σε μια εκτενέστερη κατανόηση της διαδρομής τους, την ανάδειξη των συναισθηματικών τους αδιεξόδων, τη "σπατάλη" πολύτιμου χρόνου προς τη σοφότερη εκμετάλλευση του εναπομείναντος. Αποφεύγοντας παντελώς τον διδακτισμό, χρησιμοποιεί την τραγικότητα των χαρακτήρων, την απελπισία που εκπέμπει ο λόγος και το βλέμμα τους, την κούραση στην κίνησή τους, την ερωτική απόγνωσή τους και τις σκιές που τους βαραίνουν και τους ακολουθούν, ως μια ωδή στη ζωή, την ομορφιά της και τις ευκαιρίες που δεν πρέπει να αφήνουμε να περνούν ανεκμετάλλευτες. Ο σπαραγμός της σκηνοθετικής προσέγγισης δεν έχει κάτι το αναπόφευκτο, το τετελεσμένο, αλλά αφήνει χαραμάδες ελπίδας και αισιοδοξίας. Υπάρχουν ευρήματα που επαναλαμβάνονται, όπως για παράδειγμα το ψυχαναλυτικό ξάπλωμα των ηρώων στο χαλί ή κάποια δείγματα υστερίας του λόγου, αλλά αυτά δε στέκονται ικανά να αποσπάσουν τον θεατή από τον ιστό που έχει υφάνει γύρω του η παράσταση. Δεν πρέπει να παραλείψω να τονίσω ότι γυναίκες και άντρες έχουν ισάξια δυναμική και συμβολή στην εξέλιξη της ιστορίας, με τους άντρες να φαντάζουν ρυθμιστές επειδή δουλεύουν τη γη, παράγουν ή είναι επιστήμονες και αποτελούν την υλική κινητήρια δύναμη, αλλά τις γυναίκες να αποτελούν την κρυφή ρυθμιστική δύναμη με την ερωτική τους πτυχή και υπόσταση. 

Ο Κώστας Κουτσολέλος αναλαμβάνει το ρόλο του Θείου Βάνια, φορώντας κοντό (παιδικό) παντελόνι, έχοντας την ορμητικότητα ενός εφήβου, αλλά και την κυνική αυτογνωσία ενός ώριμου ανθρώπου που νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά ανεξέλεγκτα από τα χέρια του. Ο λόγος του στέρεος, καθαρός, με λίγες εκρήξεις, το σκηνικό του στήσιμο αναποφάσιστο, ως προς το κατά πόσον μπορεί η ζωή του να επανεκκινήσει ή θα πρέπει απλά να συνεχίσει να κρατά το κεφάλι του έξω από το προσωπικό του τέλμα. Δυνατός και αδύναμος ταυτόχρονα, σοβαρός, αλλά και ειρωνικός, αιχμηρός, αλλά και σε απόγνωση αποτυπώνει ένα Βάνια που βαδίζει κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού.
Η Ανθή Ευστρατιάδου υποδύεται την Ελένα, την κατά πολύ νεότερη δεύτερη σύζυγο του καθηγητή. Δείχνει απόμακρη, δύσκολα προσεγγίσιμη, με λόγο κοφτό, ίσως ελαφρά εγωπαθή, κίνηση επιτηδευμένα νωχελική, έχοντας επίγνωση ότι τη σχολιάζουν πίσω από την πλάτη της, αλλά και ότι αποτελεί ερωτική φαντασίωση για κάποιους από τους άντρες του σπιτιού. Η μάχη που γίνεται μέσα της ανάμεσα στις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντι στον άντρα της και τους συγγενείς του και τις ανομολόγητες επιθυμίες της για έρωτα και ζωή είναι εξαιρετικά ευδιάκριτα στην απελπισία του βλέμματός της, τα αγωνιώδη αγγίγματά της και το ευκαιριακό τσαλάκωμα της προσωπικότητάς της.
Ο Γιωργής Τσαμπουράκης είναι ο γιατρός Αστρόφ, ένας τύπος με στοιχεία bon viveur, που όμως δείχνει διαρκής αιχμάλωτος των παθών του. Η ερμηνεία του ακροβατεί συνεχώς, με αριστοτεχνικό τρόπο, σε ένα τεντωμένο σκοινί, μεταξύ του παθιασμένου διεκδικητή της Ελένα, με λόγο πύρινο και κίνηση γεμάτη σφρίγος και ζωτικότητα, δείχνοντας ικανός να παρατήσει τα πάντα για τη χάρη της, αλλά και του συμβιβασμένου, σχεδόν αλκοολικού γιατρού, που δε θα δυσκολευθεί να αποδεχθεί την ολομέτωπη ήττα του και να παραιτηθεί από τα θέλω του.
Η Σύρμω Κεκέ παίζει τη Σόνια, κόρη του καθηγητή, εργατική αλλά άσχημη, καλόψυχη αλλά με εμφανή αδυναμία να διοχετεύσει τα αποθέματα της αγάπης της στους κατάλληλους ανθρώπους. Μια ηθοποιός που έχει καταθέσει πολλάκις δείγματα του πλούσιου ταλέντου της, χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο εκφραστικό μέσο που διαθέτει για να δημιουργήσει στη σκηνή, ένα ευάλωτο και ευαίσθητο πλάσμα, που κρύβει βαθιά μέσα του ένα ηφαίστειο συναισθημάτων που βρίσκεται σε καταστολή.
Ο Βασίλης Καραμπούλας ερμηνεύει τον καθηγητή Σερεμπριακόφ, υπερφίαλο, αλαζόνα, που σχεδόν αρνείται να κοιτάξει γύρω του, να αντικρίσει και να κατανοήσει τα αδιέξοδα των ανθρώπων που τον περιβάλλουν, εστιασμένος σχεδόν απόλυτα στο δικό του ευ ζειν. Ο λόγος του κυνικός, εγωιστικός, δείχνει να βρίσκεται συνήθως σε ένα δικό του σύμπαν, όπου μόνο η παραμάνα με τις φροντίδες της καταφέρνει να διεισδύσει, με τη σκηνοθέτιδα να τον κρατά έξυπνα κλεισμένο και απομονωμένο την περισσότερη ώρα στο γραφειάκι του ορόφου της σκηνής του Bios. Αποτελεί την αφορμή για την κλιμάκωση της έντονης και μαζικής αντιπαράθεσης της τελευταίας σκηνής.
Η Ασπασία Κράλλη ήταν η Μαρία Βασίλιεβνα, μητέρα του Βάνια, που φαίνεται να έχει αποδεχθεί τις αδυναμίες και τις ανασφάλειες του κόσμου γύρω της και κρατώντας σχεδόν συνέχεια ένα βιβλίο να διαβάζει, να παρακολουθεί και να σχολιάζει τις κουβέντες των άλλων και να φιλοσοφεί και να συμβιβάζεται με το παρόν όπως ακριβώς της έρχεται.
Ο Δημήτρης Ντάσκας ως Τελέγκιν είναι ένας καλοκάγαθος κτηματίας που ατύχησε και κατέληξε να υπηρετεί το κτήμα του Σερεμπριακόφ. Απλός, αγνός, άδολος, με παίξιμο ευθύ και άμεσο δίνει ανάγλυφα έναν αντιπροσωπευτικό τύπο χωρικού της ρωσικής υπαίθρου.
Η Μαρία Μαγκανάρη κρατά για τον εαυτό της το μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο της Μαρίνας, της παραμάνας που φροντίζει για όλους και όλα στο σπίτι και παραμένει ο άγρυπνος φύλακάς του. Εκπρόσωπος και αυτή της κατώτερης τάξης, απλή και ανεπιτήδευτη, αποτελεί σχεδόν σιωπηλό παρατηρητή των πάντων, συμπληρώνοντας μια δυναμική, καλοδουλεμένη και ευφάνταστη ερμηνευτική ομάδα.  

Τα σκηνικά της Διδώς Γκόγκου απλώθηκαν στον μακρόστενο σκηνικό χώρο, προσαρμόστηκαν στην ιδιαιτερότητά του και του έδωσαν βάθος και προοπτική, ενώ δε στάθηκαν εμπόδιο στην έντονη κινητικότητα κάποιων σκηνών.
Τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου δεν τράβηξαν το μάτι, είχαν την απαιτούμενη απλότητα της επαρχίας, αλλά δεν ταίριαξαν με όλους τους χαρακτήρες που έντυσαν.
Η μουσική του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου είχε μια νοσταλγική διάθεση κι έδωσε ευφρόσυνες νότες αποφόρτισης του θεατή με τα τραγούδια που τραγουδούσε ή σιγομουρμούριζε ο θίασος, αποτελώντας ζωντανό και αναπόσπαστο κύτταρο της παράστασης.
Οι φωτισμοί της Μαρίας Γοζαδίνου επέμειναν σε μία υποφωτισμένη σκηνή με τις σκιές να ακολουθούν τους ήρωες (όπως το παρελθόν τους), να δημιουργούν μία γειωμένη ερωτική διάθεση, ενώ φώτισαν πιο έντονα τις κατά μέτωπον αντιπαραθέσεις των ηρώων που κίνησαν την εξέλιξη της ιστορίας.  

Συμπερασματικά, στην κεντρική τη σκηνή του Bios, παρακολούθησα ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του διεθνούς θεατρικού ρεπερτορίου, με μια μοντέρνα και λιτή σκηνοθετική ματιά. Η ουσία του έργου και οι προβληματισμοί του διατηρούνται στην ολότητά τους και υποστηρίζεται με εμφατικό τρόπο η διαχρονικότητα του έργου και η ύπαρξή του στο σήμερα, χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς. Η ερμηνευτική ομάδα προσεκτικά επιλεγμένη, δούλεψε στο ψυχογράφημα των ηρώων που ζωντάνεψαν στη σκηνή και πέτυχε να τους αποδώσει με επάρκεια, δίνοντας μια εμπνευσμένη δουλειά συνόλου, χωρίς ερμηνευτικούς εγωισμούς και ακρότητες.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.