ΟΙ ΙΔΙΟΤΡΟΠΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ

ΟΙ ΙΔΙΟΤΡΟΠΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ - ΚΡΙΤΙΚΗ


2.2/5 κατάταξη (6 ψήφοι)

Ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό κείμενο στην Ελλάδα, τις ΙΔΙΟΤΡΟΠΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ του Γάλλου Alfred de Musset, μας συστήνει ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο Θέατρο Πόρτα. Γραμμένο το 1823 από έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους του Γαλλικού ρομαντισμού, σε πολύ νεαρή ηλικία και όντας το πρώτο του έργο, καταπιάνεται με την περιδίνηση και τους κραδασμούς ενός ή περισσότερων ερωτικών τριγώνων, θέμα ούτως ή άλλως αντισυμβατικό και τολμηρό για την εποχή του.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον απελπισμένο έρωτα του Σέλιο, για μία νεαρή και όμορφη, αλλά κακομαθημένη νεαρή γυναίκα, τη Μαριάννα, που είναι ήδη παντρεμένη. Όταν ο καλύτερός του φίλος, ο Οκτάβιος, προσφέρεται να μεσολαβήσει για χάρη του, οι ισορροπίες θα ανατραπούν, προσωπικά συναισθήματα θα βγουν στην επιφάνεια, όπως και ιδιοτροπίες και η αγάπη και ο έρωτας θα περάσουν σε επικίνδυνες ατραπούς.

Σε έναν κόσμο που εξωτερικά μοιάζει ακριβός, παιγνιώδης και γεμάτος φαντασιώσεις και απολαύσεις, η πραγματικότητα είναι σκληρή, βίαιη, μηδενιστική, τυλιγμένη με λάσπη και πόνο.

Γύρω από το βασικό τρίγωνο, δημιουργούνται κι άλλα, παράλληλα, που ποικίλλουν στις ηλικίες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μια κοινωνία σε κοινωνική αποσύνθεση, στην οποία οι ήρωές της δοκιμάζουν τις αντοχές τους και δοκιμάζονται από την αλήθεια που προσπαθεί να βρει διέξοδο πριν την καταπιεί η λήθη και η άρνηση.

Αυτήν την κοινωνία με το μεγαλείο, τις αδιέξοδες επιλογές και την παρακμή της, επιχειρεί να αποτυπώσει στο θεατρικό σανίδι ο Θωμάς Μοσχόπουλος, έχοντας σα βασικό του εργαλείο τον έρωτα, το βάσανο, αλλά και το μεγαλείο του.

Στην αρχή του έργου, μέσα σε μία καρναβαλίστικη ατμόσφαιρα, μία ομίχλη καλύπτει τη σκηνή, ενδεικτική του θολού τοπίου που επικρατεί μέσα στις ψυχές των ηρώων. Οι χαρακτήρες μας συστήνονται και εξελίσσουν τις μεταξύ τους σχέσεις, άλλοτε με μικρά κωμικά στιγμιότυπα, στα οποία παρατηρεί κανείς, μια υφέρπουσα κυνικότητα και ειρωνεία και άλλοτε με την τραγικότητα, μέσα από την οποία ανακαλύπτουν και βιώνουν τον έρωτα και τα πάθη του.

Ο σκηνοθέτης δεν αφήνει τίποτα στη σφαίρα του απολύτως προφανούς, με το να πλανάται μια μετέωρη αμφισημία συναισθημάτων, κινήτρων και καταστάσεων, που ιντριγκάρει το θεατή και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του. Ο ρυθμός της παράστασης είναι γρήγορος και με αρκετές μικρές εικόνες, αλλά δε χτίζει με βιασύνη και προχειρότητα.

Οι χαρακτήρες του είναι στέρεοι και συμπαγείς, αφήνοντας πάντα το περιθώριο για ένα δεύτερο, πιο εσωτερικό επίπεδο και η εξέλιξη της ιστορίας γίνεται με ισορροπία και συνέχεια, χωρίς κενά ή χρονικά άλματα. Ο ποιητικός λόγος του συγγραφέα, συνδυάζεται αρμονικά, με μία σωστά καθοδηγούμενη, στη σκηνή, κίνηση από τους ηθοποιούς, αναδεικνύοντας τα ηθικά διλήμματα του κειμένου, αλήθεια ή ψέμα, κίβδηλη ευδαιμονία ή δημιουργικός προβληματισμός, φαντασίωση ή πραγματικότητα;

Στο τέλος της παράστασης, δεν υπάρχει ομίχλη στη σκηνή, αφού όλα φαντάζουν πιο καθαρά και πιο συγεκριμένα για τους ήρωες. Γενικότερα, ο σκηνοθέτης έδειξε να έχει εμβαθύνει στην ουσία του έργου και δημιουργώντας ένα παζλ χαρακτήρων και καταστάσεων, να την επικοινωνεί στο θεατή, με τρόπο ζωντανό, ευαίσθητο ή σκληρό ανάλογα με την περίσταση.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου επωμίζεται το ρόλο του Οκτάβιου και δείχνει να βρίσκεται σε μία ώριμη φάση της καριέρας του, ερμηνεύοντας με συνέπεια, συνέχεια και εσωτερική ισορροπία. Παίζει με ευκολία και άνεση την ανερμάτιστη πλευρά του εαυτού του, αλλά μεταπηδά και στην πιο συνειδητοποιημένη του πλευρά, χωρίς δυσκολία και χωρίς να αλλοιώσει στο παραμικρό την αρχική καλή εντύπωση. Βγάζει μια σκηνική αλήθεια, κάτι που δείχνει ενδελεχή μελέτη του ρόλου του και μία προσεγμένη προσέγγισή του. Παρόμοιες εντυπώσεις αποκόμισα και από την ερμηνεία της Ηλιάνας Μαυρομμάτη, ως Μαριάννας, που μπορεί να ξεκίνησε λίγο τρακαρισμένη, αλλά γρήγορα προσάρμοσε το χαρακτήρα στα μέτρα και τις δυνατότητές της. Υποστήριξε με θέρμη και πάθος τη θηλυκή της πλευρά, χωρίς να αφήσει αναξιοποίητα τα υπολείμματα της αθωότητας, αλλά και της κακοδαιμονίας της νεαρής της ηλικίας και ενός λανθάνοντος ναρκισσισμού.

Ο έμπειρος Χρήστος Σαπουντζής, απόλυτα πειστικός και εκφραστικός παίζοντας το σατράπη και αδίστακτο Κλαύδιο, σύζυγο της Μαριάννας. Σκοτεινό βλέμμα, οργισμένος λόγος και αποφασιστική κίνηση στη σκηνή ήταν τα στοιχεία που τον χαρακτήρισαν.

Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου ήταν η Ερμεία, η οποία ταλαντευόταν ανάμεσα στο λαμπερό παρελθόν και το αμφίβολο παρόν, ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη συνειδητοποίηση και προσωποποίησε την ευαίσθητη πικρία των συναισθημάτων της και την ενδόμυχη διάθεση να ξαναβίωνε έστω και για λίγο το πάλαι ποτέ μεγαλείο της λαγνείας και της απόλαυσης.

Η Ξένια Καλογεροπούλου στο ρόλο της γριάς Σιούτα, παίζει με το κέφι και τη διάθεση έφηβης, αποδεικνύοντας συνεχώς τη βαθιά αγάπη της για το θέατρο.

Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος στο χαρακτήρα του Σέλιο, ξεκίνησε λίγο μουδιασμένα και άργησε λίγο να βρει τα πατήματά του. Του έλειψε ένταση και πάθος, αν και μετά το πρώτο μισό της παράστασης έδειξε να βρίσκει τους κώδικες του ήρωα που υποδυόταν και να τον εξελίσσει ισορροπημένα. Ντένης Μακρής (Σέλιο/Ορσίνι) και Παντελής Βασιλόπουλος (Τίμπια) σε μικρότερους ρόλους πρόσθεσαν το ερμηνευτικό τους λιθαράκι στην ολοκληρωμένη ομαδική δουλειά.

Η Ευαγγελία Θεριανού δημιούργησε ένα σκηνικό πληθωρικό και λειτουργικό ταυτόχρονα, ενώ η Κλαιρ Μπρέισγουελ στα κοστούμια αναπαρέστησε επιτυχημένα το κλίμα και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής.

Οι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου, έπαιξαν παιχνίδια με το φως και το σκοτάδι, το προσκήνιο και το background της σκηνής και δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα αμφισβήτησης και αβεβαιότητας. Η μουσική επιμέλεια ανήκε στον Κορνήλιο Σελαμσή.

Συμπερασματικά, το Θέατρο Πόρτα, πιστό στη συνταγή να ανεβάζει έργα όχι εύπεπτα, αλλά που διερευνούν σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις και δίνουν στο θεατή τροφή για σκέψη, παρουσίασε ένα κείμενο που μπορεί να έχει σχεδόν δύο αιώνες ζωής, αλλά η διαχρονικότητά του δεν αμφισβητείται στο παραμικρό. Το ανέβασμα είναι μοντέρνο, ατμοσφαιρικό, δυναμικό και οι ηθοποιοί στη σκηνή δίνουν πολύ καλές ερμηνείες, υποστηρίζοντας απόλυτα το όραμα του σκηνοθέτη, δημιουργώντας μία παράσταση που μένει στη μνήμη του θεατή. Αξίζει να τη δείτε.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.