ΟΙ ΛΑΝΤΖΕΡΗΔΕΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ

ΟΙ ΛΑΝΤΖΕΡΗΔΕΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ


5.0/5 κατάταξη (5 ψήφοι)

Στιλβωμένες επιφάνειες πιάτων: το πρώτο πράγμα που αντικρίζεις βλέποντας το απόκοσμο, φασματικό σκηνικό που έχει στηθεί στο Σύγχρονο Θέατρο. Ένας αφανής χώρος, περιθωριοποιημένος, απρόσιτος για τους περισσότερους ανθρώπους. Ένα υπόγειο, όπου κάποιοι δουλεύουν αδιάκοπα για να καταφέρουν να επιβιώσουν, τη στιγμή που από πάνω τους κάποιοι άλλοι διασκεδάζουν, γελώντας, συζητώντας και τρώγοντας εκλεκτά εδέσματα.
Δύο κόσμοι, λοιπόν. Δύο κόσμοι διαμετρικά αντίθετοι, που όμως κάπου τέμνονται και αλληλεπιδρούν. Ο ένας γνωρίζει ψήγματα του άλλου, ενώ υπάρχουν στιγμές που τον φαντάζεται, προσπαθεί να τον κάνει εικόνα στο μυαλό του – είτε από φόβο είτε από ελπίδα.
ΟΙ ΛΑΝΤΖΕΡΗΔΕΣ του πολυβραβευμένου Καναδού συγγραφέα, Morris Panych, είναι ένα έργο επίκαιρο, μια γραφή κοφτερή και οξυδερκής, που ανατέμνει τη σύγχρονη εποχή, παρουσιάζοντας αφτιασίδωτη την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, το τσάκισμα των ονείρων και των ελπίδων της για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και μια διαρκή εσωτερική πάλη με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες και τις ιδεοληψίες του δυτικού ανθρώπου. Του «αόρατου» δυτικού ανθρώπου που η ζωή του καθορίζεται από τις «αόρατες» δυνάμεις της υπευθυνότητας, της πίστης και του καθήκοντος.
Οι «Λαντζέρηδες» είναι ένα έργο, όπου όλη η πλοκή διαδραματίζεται στο υπόγειο ενός εστιατορίου, ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους: τον Ντρέσλερ (Τάσος Κωστής), τον Μος (Κώστας Λάσκος) και τον Έμετ (Γιάννης Σαρακατσάνης). Τρεις αφανείς ήρωες, τελείως διαφορετικούς και ετερόκλητούς μεταξύ τους, που τους βλέπουμε να θυμώνουν, να απογοητεύονται, να αρρωσταίνουν, να συμπονούν, να συνδικαλίζονται, να εξαπατούν, αλλά κυρίως να ψάχνουν να βρουν κάτι για να δραπετεύσουν, να αντέξουν ή να υπομείνουν μια ατέρμονη επαναληπτικότητα.
Αυτοί οι άνθρωποι «δεν πλένουν απλώς πιάτα, είναι λαντζέρηδες», λέει κάποια στιγμή ο Έμετ, και αυτή η φράση έχει διττή έννοια: αφενός μαρτυρά τη συμμόρφωση των πρωταγωνιστών με την τροπή που έχει πάρει η ζωή τους, αφετέρου υποδηλώνει την υπερπροσπάθεια που απαιτείται για να αλλάξει αυτή η κατάσταση – κυρίως συνειδησιακά.
Ο Έμετ το παλεύει – έστω κι αν το κάνει ανορθόδοξα και τυχοδιωκτικά –, ο Μος δείχνει πρόθυμος να ακούσει, ενώ ο Ντρέσλερ είναι αυτός που πιστεύει πως ακόμα κι αν υπάρχει διαφυγή, αυτή απαιτεί μεγαλύτερες θυσίες από την προσαρμογή στην υφιστάμενη κατάσταση. Γι’ αυτό και επιλέγει να μετατρέψει το ταξικό του «μίσος σε πείσμα και το πείσμα σε αγάπη» για να «πεθάνει ικανοποιημένος με ό,τι έκανε, ακόμη κι αν αυτό ήταν ταπεινό».
Η Ελένη Σκότη, με τη βοήθεια της Άννας Κούρα, δημιουργεί ένα σπονδυλωτό σκηνικό, με ισχυρούς εσωτερικούς αρμούς, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί και ευφάνταστα τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα τις slow motion σκηνές, για να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερο βάθος στους ρόλους και το έργο.
Ο Τάσος Κωστής καταφέρνει να πιάσει εξαιρετικά τον παλμό του ρόλου του, άλλοτε με μια αψεγάδιαστη ψυχραιμία και άλλοτε με εκείνη την άτεγκτη στάση που χρειάζεται για να επιβληθεί, να διαπραγματευτεί και να μπορέσει να συνεχίσει να συντηρεί ζωντανή την ιδέα πως η εργασία που κάνει έχει νόημα – για τον ίδιο και για τους άλλους. Ορίζει με ακρίβεια γεωδαίτη τον προσωπικό του χώρο και τοποθετεί τα προσωπικά του όρια κάτω από ένα προσωπείο που ακροβατεί ανάμεσα στη σκληρότητα και την προσπάθεια για κατανόηση. Βγάζει μια απλή και άδολη αγάπη για αυτό που κάνει, γι’ αυτή τη μονότονη καθημερινότητα που ζει. Μερικές φορές γίνεται πιστευτός, μοιάζει όντως να πιστεύει πως νιώθει επιτυχημένος – έτσι όπως ορίζουν σήμερα την επιτυχία τα εκάστοτε κοινωνικά πρότυπα – ενώ άλλες φορές η προσήλωση με την οποία δεν παρεκκλίνει από το καθήκον του, τον καθιστά υπερβολικό, ίσως και κάπως μισητό, στα μάτια του θεατή – κι αυτό αποτελεί μία ακόμη υποκριτική του επιτυχία.
Ο Κώστας Λάσκος, μια χαρακτηριστική αποστεωμένη φιγούρα που παραπέμπει αμέσως σε έναν άνθρωπο βασανισμένο, ταλαιπωρημένο από τα χτυπήματα της ζωής, γοητεύει με την υποκριτική του δεινότητα, με τον τρόπο που μπολιάζει τον νατουραλισμό με την υπερβατικότητα. Μέσα από τον ρόλο του εκπέμπει στοιχεία ενός ακατάπαυστου αγωνιστή, που δεν παραιτείται και δεν επαναπαύεται, ακόμα και όταν νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας, απ’ αυτούς που δεν θα τους δούμε να κομπορρημονούν ή να φωνάζουν, αλλά να αποδέχονται στωικά τη μοίρα τους, όποια κι αν είναι αυτή.
Ο Γιάννης Σαρακατσάνης επιχειρεί να τιθασεύσει τις μεταστροφές του ρόλου του, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στη ζωή που είχε, στη ζωή που έχει και στη ζωή που θα ήθελε να έχει. Στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης καταφέρνει να ανταποκριθεί επάξια, υπάρχουν όμως και κάποια σημεία που υπερβάλλει και μοιάζει νευρικός στις κινήσεις του.
Ο Αλέξανδρος Μανωλίδης, παρά τον λιγοστό χρόνο που βρίσκεται στη σκηνή, καταφέρνει να δείξει στοιχεία του ταλέντου του. Είναι αυτός που παίρνει τη θέση του Έμετ, που «κατάφερε» να ξεφύγει. Στην ουσία, όμως, ποτέ του δεν ξέφυγε, αφού η διέξοδος δεν αποτελεί δικό του προσωπικό επίτευγμα, αλλά έναν μεγαλύτερο λαβύρινθο, μια πιο βαθιά ματαιοδοξία, μια παγίδα στην οποία παραμονεύουν η παραίτηση και ο συμβιβασμός και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση απ' ότι πριν.
Αυτό είναι και το μοναδικό μειονέκτημα της παράστασης: η έλλειψη στιβαρής προοπτικής στο τέλος, η απουσία ελπίδας, ίσως και κάποιας ανατροπής που θα μπορέσει να συνεπάρει το κοινό και να το εμπνεύσει στην προσωπική του ζωή. Φυσικά, τα ερεθίσματα υπάρχουν στο έργο, οι διάλογοι δεν παραλείπουν να αναδείξουν την εργασιακή εκμετάλλευση, την απάθεια, τον κυνισμό της εργοδοσίας, το ταξικό χάσμα, αλλά και τον δισταγμό και τον φόβο της εργατικής τάξης να ξεφύγει από όλα αυτά που την κρατούν δέσμια στο περιθώριο. Μόνο που κάτω από αυτό το πλαίσιο ελλοχεύει – όπως ήδη ανέφερα – μια παγίδα: να πιστέψουμε πως η εκμετάλλευση για κάποιους δεν είναι εκμετάλλευση, αλλά μια άλλη όψη της επιτυχίας, μια κόλαση την οποία καλά θα κάνουμε να συνηθίσουμε, αφού δεν υπάρχει ελπίδα διαφυγής…
Ο Γάλλος φιλόσοφος, Αλμπέρ Καμύ, το έλεγε έτσι: «το χειρότερο δεν είναι η πανούκλα, αλλά να συνηθίσεις την πανούκλα», κάτι που έχουμε – εκόντες άκοντες – χρέος να μην κάνουμε.
Τα σκηνικά και τα κουστούμια του Γιώργου Χατζηνικολάου προσθέτουν το αντίστοιχο δραματουργικό εκτόπισμα στην παράσταση, ενώ πλήρως λειτουργικοί και υποστηρικτικοί είναι και οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου. Η παραγωγή της ομάδας ΝΑΜΑ δεν θα μπορούσε παρά να είναι προσεγμένη, έτσι όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Ο συγγραφέας, Morris Panych, είχε αναφέρει το 2005 πως «στους Λαντζέρηδες έχω δημιουργήσει μια συνθήκη, η οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την απόλυτη πίστη και ακεραιότητα σε όλα τα στοιχεία μίας παραγωγής: υποκριτική, σκηνοθεσία, σκηνογραφία». Το ανέβασμα του έργου στο Σύγχρονο θέατρο καλύπτει επαρκώς ως επί το πλείστον όλα αυτά τα στοιχεία.


Αφήστε σχόλιο

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να αφήσετε σχόλιο.